ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΠΟΜΑΚΟΧΩΡΙΑ ΞΑΝΘΗΣ ΒΙΝΤΕΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΓΛΑΥΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΜΙΝΘΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΘΡΑΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΔΗΜΑΡΙΟ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΜΥΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΜΑΚΙΚΗΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΕΧΙΝΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΚΛΟΓΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΩΡΑΙΟΝ ΚΙΜΜΕΡΙΑ ΜΑΝΤΑΙΝΑ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΠΡΟΣΗΛΙΟ ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΠΟΜΑΚΟΙ ΘΕΡΜΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΣΑΤΡΕΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΕΜΕΝΗ ΧΑΡΤΕΣ ΚΟΤΥΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΦΥΣΗ ΑΣΚΥΡΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΠΑΧΝΗ ΛΙΒΑΔΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΑΛΜΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΡΟΔΟΠΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΛΟΤΥΧΟ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΕΧΡΟΣ ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΑΙΜΟΝΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΡΘΡΑ ΕΘΙΜΑ ΙΕΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΙΣΛΑΜ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΚΟΤΙΝΟ ΚΥΚΝΟΣ ΜΕΔΟΥΣΑ ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ MYKH ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΡΑΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΡΔΑΜΟΣ ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΜΑΚΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΟΤΑΝΗ ΛΙΒΑΣ ΜΕΛΙΒΟΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΕΚΤΑΣΙΣΜΟΣ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΠΟΡΤΑ ΡΕΥΜΑ ΡΟΜΑ ΡΟΥΣΣΑ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΓΛΑΥΚΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΧΛΟΗ ΑΙΩΡΑ ΑΚΡΑΙΟΣ ΑΛΙΚΟΧΩΡΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΙΑΛΙΣΤΕΡΟ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΖΑΓΑΛΙΣΑ ΖΑΦΕΙΡΙΟ ΖΟΥΜΠΟΥΛΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΠΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΕΤΙΚΙΟ ΚΙΔΑΡΙΣ ΚΙΡΡΑ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΥΡΤΙΣΚΗ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΟΡΓΑΝΗ ΠΕΛΕΚΗΤΟ ΠΛΑΓΙΑ ΠΡΙΟΝΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ Πάχνη ΡΥΜΗ ΣΕΛΕΡΟ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙ ΣΙΡΟΚΟ ΣΟΥΝΙΟ ΣΩΣΤΗΣ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΕΜΕΝΟΣ ΤΟΥΡΚΙΑ ΥΔΡΟΧΩΡΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΧΡΥΣΟ

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Η θυγατέρα της αρκούδας

Πομάκοι - Προφορική παράδοση

ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Mechkóyne dashterâna

Zhïvála ye nókuga faf annók baíre anná mechká samá. Nashlála ye nókade annó míchko déte i zôla go ye sas tîye, da yi so na sïkïldísava i da ye ne samá. Hránila go ye at tîye i iskútila go ye katagá ye búlo tóyno déte.
Agá ye bayá narástalo mómicheno i zôlo ye da so séshta i da dúmi, annók aksháma kugána so légnali da spöt, reklólo ye mechkóyne: «Bíyesh yáttse na grózno». Yáttse yi ye dabalnâno mechkóyne ad ‘nózek láfa i ne ye mógala da ye iskára at sartséno.

Godínïne so so paminólï, mómicheno ye narástalo, stánalo ye momá i azhónila so ye. Málko vréme sétne atkák so ye azhónila momána, mechkána ye reklála annók déne da íde na tîye da ye abíde. Pánnalo yi ye drágo momóyne, óti ye atishlála da ye abíde i kugána ye mechkána stánala da si varví, momána yi ye reklála da íde pak bir ay sétne. «Zômi annó brádvo i ódrezhï mi petóso», pamólila ye azám mechkána, alá ye dashterâna ne ískalo da yi stóri parátiko. «Na mózhom da stórem ya isakvózne parátiko inózimu, zhîyen mo ye kútil kákta máyka», reklála yi ye momána. Alá ye mechkána ókadar mólila, ta ye nay sétne momána zôla annó brádvo i adrézala yi ye petóno.

Vórnala si so ye azám mechkána na baírene i agá so so paminólï bir ay, atishlála ye pak na dashterôno yi da ye abíde, kákna si go bého nagadílï. «Kaná ti stána yaráta na nagóto, ma? Izgoví li so?», papîtala ye dashterâna yi agá ye vídela. «Yaráta mi so na nagóto bórshko izgoví, alá zhása yará na sartséso, ad zhókte láfa mi velí tï faf ‘tózek aksháma mi so néma izgoví níkuga», advórnala yi ye mechkána i atishlála si ye.



Η θυγατέρα της αρκούδας

Κάποτε μια αρκούδα που ζούσε μοναχή άρπαξε ένα μωρό για να τόχει στη συντροφιά της. Το πήρε στο δάσος, το βύζαξε και το μεγάλωσε σαν παιδί της.
Σαν μεγάλωσε κάμποσο το κοριτσάκι και άρχισε να νιώθει και να μιλάει, ένα βράδι που έπεσαν να κοιμηθούν, λέει στη αρκούδα: «Μυρίζεις πολύ άσχημα».
Πικράθηκε πολύ η αρκούδα με την κουβέντα αυτή και δε μπορούσε να τη βγάλει απ’ την καρδιά της.

Στο μεταξύ τα χρόνια πέρασαν, το κορίτσι μεγάλωσε, γίνηκε κοπέλα και παντρεύτηκε. Δεν πέρασε πολύς καιρός και μια καλή μέρα κίνησε η αρκούδα και πήγε στο σπίτι της θυγατέρας της για να τη δει. Κείνη την καλοδέχτηκε κι όταν σηκώθηκε η αρκούδα να φύγει, την κάλεσε σ’ένα μήνα να ξανάλθει.
«Πάρε ένα τσεκούρι και κόψε τη φτέρνα από το πόδι μου», παρακάλεσε η αρκούδα, μα η κόρη της δεν ήθελε να κάνει τέτοιο κακό.
«Δε μπορώ να κάνω τέτοιο πράγμα, σε κείνη που με μεγάλωσε σα μάνα», είπε.
Μα η αρκούδα την παρακάλεσε τόσο, που στο τέλος πήρε η κόρη ένα τσεκούρι και έκοψε τη φτέρνα της.
Έφυγε ύστερα στο δάσος η αρκούδα και σαν πέρασε ένας μήνας, ήρθε πάλι στο σπίτι της θυγατέρας, όπως τόχαν συμφωνήσει.
«Τι έγινε η πληγή στο πόδι σου, μάνα;», τη ρώτησε η θυγατέρα της, μόλις την είδε.
«Η πληγή στο πόδι μου γρήγορα γιατρεύτηκε, μα η πληγή στην καρδιά μου, απ’ την κουβέντα που μου είπες ένα βράδι, δεν πρόκειται ποτές να γιατρευτεί», αποκρίθηκε η αρκούδα και έφυγε.


* παραμύθι από το χωριό Άλμα από το βιβλίο της Δήμητρας Κατάκη και του Ριτβάν Καραχότζα, Ο παππούς και η γιαγιά είπαν… (Ντάντο ι μπάμπο κάζαχο…)
Έκδοση: Γυμνάσιο Σμίνθης, Νομαρχία Ξάνθης, 1997