ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΠΟΜΑΚΟΧΩΡΙΑ ΞΑΝΘΗΣ ΒΙΝΤΕΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΓΛΑΥΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΜΙΝΘΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΘΡΑΚΗ ΔΗΜΑΡΙΟ ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΜΥΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΜΑΚΙΚΗΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΕΧΙΝΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΚΛΟΓΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΩΡΑΙΟΝ ΚΙΜΜΕΡΙΑ ΜΑΝΤΑΙΝΑ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΠΡΟΣΗΛΙΟ ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΠΟΜΑΚΟΙ ΘΕΡΜΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΑΤΡΕΣ ΤΕΜΕΝΗ ΧΑΡΤΕΣ ΚΟΤΥΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΦΥΣΗ ΑΣΚΥΡΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΠΑΧΝΗ ΛΙΒΑΔΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΑΛΜΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΡΟΔΟΠΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΛΟΤΥΧΟ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΕΧΡΟΣ ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΑΙΜΟΝΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΡΘΡΑ ΕΘΙΜΑ ΙΕΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΙΣΛΑΜ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΚΟΤΙΝΟ ΚΥΚΝΟΣ ΜΕΔΟΥΣΑ ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΥΝΘΗΚΗ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑ MYKH ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΡΑΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΡΔΑΜΟΣ ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΜΑΚΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΟΤΑΝΗ ΛΙΒΑΣ ΜΕΛΙΒΟΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΕΚΤΑΣΙΣΜΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΠΟΡΤΑ ΡΕΥΜΑ ΡΟΜΑ ΡΟΥΣΣΑ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΓΛΑΥΚΗΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΧΛΟΗ ΑΙΩΡΑ ΑΚΡΑΙΟΣ ΑΛΙΚΟΧΩΡΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΙΑΛΙΣΤΕΡΟ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΖΑΓΑΛΙΣΑ ΖΑΦΕΙΡΙΟ ΖΟΥΜΠΟΥΛΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΠΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΕΤΙΚΙΟ ΚΙΔΑΡΙΣ ΚΙΡΡΑ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΥΡΤΙΣΚΗ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΟΡΓΑΝΗ ΠΕΛΕΚΗΤΟ ΠΛΑΓΙΑ ΠΡΙΟΝΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ Πάχνη ΡΥΜΗ ΣΕΛΕΡΟ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙ ΣΙΡΟΚΟ ΣΜΙΓΑΔΑ ΣΟΥΝΙΟ ΣΩΣΤΗΣ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΕΜΕΝΟΣ ΥΔΡΟΧΩΡΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΧΡΥΣΟ

Πέμπτη, 24 Φεβρουαρίου 2011

Παραμύθι: Tríne lírï - Οι τρεις λίρες

Πομάκοι - Προφορική Παράδοση

ΠΑΛΙΑ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Tríne lírï

Zhïváli so bírvakït bírzeman faf annó sélo adín chülâk i anná zhaná. Yáttse so búli fukarî i ne so imâli kaná da yedót. Tórnava annók déne chülâkon da abiískava za rábato. Varvâl ye mlógo i kákna ye abiískaval i pîtal, fräl ye faf annómu vasilyázu kóshtono. Paískal ye da vídi vasilyázane i papîtal go ye: «Ímash li rábato za móne, vasilyázu?». «Faf bahchôso mózhash da rábatish, akú íshtesh», advórnal mu ye vasilyázon i inîy chülâkon ye astánal itám i fátil so ye da rábati. Rábatil ye kólkono ye rábatil i nónakolko vréme so ye umaríl i zabalâl so ye za zhanóno mu. Za to, zöl ye karáre da si so vórne nah kóshtono. Hódi na vasilyázane i papîtava go kaná ye imâl da zíma za rábatono. Iskárava azám toy i apíra na mátsono na annóno stráno annók sakúle i na drúgono stráno tri lírï samíchkï. «Faf sakúlese so mlógoso lírï i itúzi so tríse kïsmetlí», víka chülâkune. «Kutrî íshtesh? Mlógoso li íli tríse kïsmetlí?». Chülâkon so ye bayá pachûdil i nay sétne mu víka: «She da zômom tríte kïsmetlí, vasilyázu». Zöl gi ye, berekettísal go ye i tórnal si ye za nah kóshtono.

Bayá póte ye izvarvâl agá na annó mâsto srâshta annóga zhîyen ye kázaval kïsmétene: «Dávom ti annó líro da mi kázhash annók kïsméte», víka mu chülâkon i toy mu advráshta: «Néma da pamínash pres mótno râko». Dáva mu azám yéshte annó líro za da mu kázha yéshte annó kïsméte i toy mu víka: «Néma da varvísh samîy na duléchna póte». «Zômi i sonunjúso líro», víka mu chülâkon, «i kázhïy mi yéshte annók kïsméte». «Néma da právish níkana dur so naprésh na pachûdish i dur na papîtash», reklól mu ye drúgïyen i nabíl si ye.

I chülâkon sas práznono tórbo i pólnono glávo zöl si ye pak pótene za nah kóshtono. Kákna ye varvâl faf pot, fpräl ye faf annó slézeno mótno râko. Ne ye paminól, alá ye chákal da so izbístri, óti be dal annó tsâlo líro, za da mu kázhot da na pamína pres mótno râko. Alá kákna ye chákal, vídeva annók drúga da vlíza faf râkono sas annók bâla kóne i da móchi da pamína faf húparäne. Parûkal go ye chülâkon i reklól mu ye da na pamína, alá so ye drúgïyen ne fchul i varvâl si ye. Hódi da annó mâsto, skondápsava mu kóneno i toy páda faf vadóno, atsúrnava go rekána i udáve so, pak kónen so ye kurtalísal i izlâl ye na kráyene sas annók sakúle lírï. Zöl gi ye chülâkon, yáhnal ye kónene i zöl si ye pak pótene. Kákna ye varvâl faf pot na annó mâsto vídeva annók belûka yódrï gróznï píltse da móknot nókana. Nablizháva pri to, atfíreva gi i kaná da vídi: annók syédena umrâta chülâka. Na tóga ye imâl tüféka, bayá kürshûne i annók sakúle lírï. Zöl gi ye chülâkon i täh i tórnal si ye pak za nah kóshtono.

Fpräl si ye nónakolko u täh i agá da vléze práve na vótre, naníknal so ye naprésh pres jámane. Vídel ye azám zhanóno mu da sedí na kultúkane i annó kópelö da yi lezhî na skútane. Korftána mu so ye pakáchila faf glavóno. Vdígnal ye azám tüfékane, napônal go ye i hazîr ye bul da go púka. Alá mu ye inagáne dashlólo na umáne ta be mífko po naprésh dal i sonunjúto líro, za da mu kázhot óti níkana trâbava da na právi dur so naprésh na pachúdi i dur na papîta. Hódi azám na komshúyinane mu, kázava mu kópeöno i papîtava go: «Kutrí ye inazí chülâk faf móno kóshto?». «Tvóyet sïn ye, komshúyinu», advórnal mu ye toy, «le nabí tï at ‘túzi i toy so radí. Alá so at ‘túka nasám mlógo godínï paminóho i toy narásta, danó ti zhïvé mlógo». Pabórkal so ye chülâkon sas tríne lírï. Inagáne mu so stánalï mlógo. Le inagáne azám hódi faf kóshtono, apklûcheva zhanóno mu i sïnáne mu i zhïváli so at ‘tam natsîy húbbe i nîye yéshte po húbbe.


Οι τρεις λίρες

Ζούσε μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα χωριό ένα φτωχό ζευγάρι. Επειδή δεν τάβγαζαν πέρα, ο άντρας κίνησε να πάει να βρει δουλειά. Βάδισε πολύ και ψάχνοντας και ρωτώντας έφτασε σ’ ένα παλάτι, ζήτησε να δει τον άρχοντα και τον ρώτησε:
«Έχει δουλειά για μένα στο παλάτι σου, άρχοντά μου;»
«Μπορείς να δουλέψεις στον κήπο μου», απάντησε ο άρχοντας κι έτσι ο φτωχός χωρικός έμεινε και δούλεψε κειπέρα ίσαμε δεκαπέντε χρόνια.
Μα ύστερα από τόσα χρόνια στην ξενιτιά κουράστηκε κι αποθύμησε τη γυναίκα του, για τούτο αποφάσισε να γυρίσει σπίτι του. Παρουσιάστηκε λοιπόν στον άρχοντα και τον ρώτησε τι είχε να παίρνει για τη δούλεψή του. Βγάζει τότε εκείνος κι ακουμπάει πάνω στο τραπέζι στη μια μεριά ένα σακούλι και στην άλλη τρει λίρες μοναχές.
«Στο σακούλι είιναι οι λίρες οι πολλές κι εδώ είναι οι τρεις οι τυχερές», λέει στο δουλευτή του.
«Θα πάρεις τις πολλές ή τις τυχερές;».
Κάμποση ώρα έμεινε σκεφτικός ο δουλευτής και στο τέλος αποφάσισε:
«Θα πάρω τις τρεις και τυχερές, αρχοντά μου», είπε.
Τις πήρε, αποχαιρέτησε τον άρχοντα κι έφυγε.
Μα δεν πρόφτασε να κάνει πολύ δρόμο ο άνθρωπός μας κι απαντάει στο διάβα του έναν που έλεγε τις μοίρες.
«Σου δίνω μια λίρα, για να μου πεις μια μοίρα», του λέει ο δουλευτής και εκείνος του αποκρίθηκε:
«Δε θα περάσεις από θολό νερό».
Του δίνει τότε άλλη μια λίρα για να του πει κι άλλη μια μοίρα κι εκείνος του λέει:
«Δε θα περπατήσεις μονάχος σε δρόμο μακρύ».
«Πάρε και την τελευταία μου λίρα», λέει τέλος ο δουλευτής «και πες μου κι άλλη μια μοίρα».
«Δε θα κάνεις τίποτα προτού να το σκεφτείς καλά και προτού να ρωτήσεις», του είπε ο άλλος και έφυγε.
Κι ο άνθρωπός μας μ’άδειο το πουγγί του και γεμάτο το κεφάλι του ξαναπήρε το δρόμο του.

Όπως περπάταγε, βρέθηκε μπροστά σε ένα φουσκωμένο ποτάμι που κατέβαζε θολό νερό. Στάθηκε τότε και περίμενε να καταλαγιάσει το ποτάμι και να καθαρίσει το νερό γιατί είχε δώσει μιαν ολόκληρη λίρα για τη συμβουλή που έλεγε να μην περάσει από θολό νερό. Μα καθώς αυτός περίμενε, βλέπει έναν άλλο που μπήκε στο ποτάμι με τ’ άσπρο του το άλογο και πολέμαγε να περάσε αντίκρυ. Τον φώναξε ο άνθρωπός μας και τον συμβούλεψε να μην περάσει μα εκείνος δεν άκουσε και προχώραγε, μέχρι που τ’ άλογό του σκόνταψε κι ο καβαλάρης του έπεσε μέσα στο νερό, που τον παρέσυρε και τον έπνιξε. Τ’ άλογο όμως κατάφερε να βγει στη στεριά κι ο δουλευτής μας το καβάλησε και συνέχισε το δρόμο του. Και για μεγάλη του χαρά, ψαχουλεύοντας μέσα στο δισάκι που κουβάλαγε πάνω του το άλογο, βρίσκει ένα σακούλι λίρες. Τις πήρε και εξακολούθησε το ταξίδι.

Όπως προχώραγε, βρέθηκε μπροστά σ’ ένα παράξενο, μακρύ δρόμο. Στη μέση του δρόμου ένα κοπάδι όρνια μαζωμένα κάτι πολέμαγαν ν’ αρπάξουν. Πλησιάζει ο άνθρωπός μας, διώχνει τα όρνια και τι να δει: ένα κουφάρι, που το κατάφαγαν τα πουλιά. Απάνω του κουβάλαγε ένα ντουφέκι, κάμποσες σφαίρες κι ένα σακούλι λίρες. Τα παίρνει ο δουλευτής και κινάει πάλι το δρόμο για το σπίτι.

Σαν έφτασε καμιά φορά, αντίς να μπει ίσια μεσ’ το σπίτι, θέλησε πρώτα να ρίξει μια ματιά απ’ το παραθύρι. Στάθηκε λοιπόν απ’ έξω απ’ το παραθύρι και κοίταξε μέσα. Και βλέπει τη γυναίκα του καθισμένη στον καναπέ και ένα παλικάρι ξαπλωμένο στα γόνατά της. Ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι του, σήκωσε το ντουφέκι, σημάδεψε το παλικάρι και ετοιμάστηκε να του ρίξει. Μα τότε θυμήθηκε πως είχε δώσει την τελευταία του λίρα για μια συμβουλή πούλεγε να μην κάνει τίποτα προτού το σκεφτεί καλά και προτού ρωτήσει. Πάει λοιπόν στο γείτονα, του δείχνει το παλικάρι που ξάπλωνε στα γόνατα της γυναίκας του και ρωτάει:
«Ποιος είναι αυτός ο άντρας μεσ’ το σπίτι μου;».
«Ειν’ ο γιος σου, γείτονα», αποκρίθηκε εκείνος, τον γέννησε η γυναίκα σου, μόλις έφυγες εσύ για τα ξένα. Μα πέρασαν χρόνια από τότε, ο γιος σου έγινε άντρας. Να σουτ ζήσει».
Τρελλός απ’ τη χαρά του τότε ο άνθρωπος με τις τρεις λίρες, που τώρα πια είχαν γίνει πολλές, όρμησε μεσ’ στο σπίτι του, έσφιξε τη γυναίκα του και το γιο του στην αγκαλιά του κι έζησαν πια από δω και πέρα όλοι μαζί καλά κι εμείς καλύτερα.


* παραμύθι από το χωριό Προσήλιο από το βιβλίο της Δήμητρας Κατάκη και του Ριτβάν Καραχότζα, Ο παππούς και η γιαγιά είπαν… (Ντάντο ι μπάμπο κάζαχο…)
Έκδοση: Γυμνάσιο Σμίνθης, Νομαρχία Ξάνθης, 1997