ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΠΟΜΑΚΟΧΩΡΙΑ ΞΑΝΘΗΣ ΒΙΝΤΕΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΓΛΑΥΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΜΙΝΘΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΘΡΑΚΗ ΔΗΜΑΡΙΟ ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΜΥΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΜΑΚΙΚΗΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΕΧΙΝΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΚΛΟΓΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΩΡΑΙΟΝ ΚΙΜΜΕΡΙΑ ΜΑΝΤΑΙΝΑ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΠΡΟΣΗΛΙΟ ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΠΟΜΑΚΟΙ ΘΕΡΜΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΑΤΡΕΣ ΤΕΜΕΝΗ ΧΑΡΤΕΣ ΚΟΤΥΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΦΥΣΗ ΑΣΚΥΡΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΠΑΧΝΗ ΛΙΒΑΔΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΑΛΜΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΡΟΔΟΠΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΛΟΤΥΧΟ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΕΧΡΟΣ ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΑΙΜΟΝΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΡΘΡΑ ΕΘΙΜΑ ΙΕΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΙΣΛΑΜ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΚΟΤΙΝΟ ΚΥΚΝΟΣ ΜΕΔΟΥΣΑ ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΥΝΘΗΚΗ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑ MYKH ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΡΑΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΡΔΑΜΟΣ ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΜΑΚΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΟΤΑΝΗ ΛΙΒΑΣ ΜΕΛΙΒΟΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΕΚΤΑΣΙΣΜΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΠΟΡΤΑ ΡΕΥΜΑ ΡΟΜΑ ΡΟΥΣΣΑ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΓΛΑΥΚΗΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΧΛΟΗ ΑΙΩΡΑ ΑΚΡΑΙΟΣ ΑΛΙΚΟΧΩΡΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΙΑΛΙΣΤΕΡΟ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΖΑΓΑΛΙΣΑ ΖΑΦΕΙΡΙΟ ΖΟΥΜΠΟΥΛΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΠΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΕΤΙΚΙΟ ΚΙΔΑΡΙΣ ΚΙΡΡΑ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΥΡΤΙΣΚΗ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΟΡΓΑΝΗ ΠΕΛΕΚΗΤΟ ΠΛΑΓΙΑ ΠΡΙΟΝΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ Πάχνη ΡΥΜΗ ΣΕΛΕΡΟ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙ ΣΙΡΟΚΟ ΣΜΙΓΑΔΑ ΣΟΥΝΙΟ ΣΩΣΤΗΣ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΕΜΕΝΟΣ ΥΔΡΟΧΩΡΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΧΡΥΣΟ

Πέμπτη, 11 Φεβρουαρίου 2010

Μόμτσκι Κάμεν


Ο βράχος Μόμτσκι Κάμεν πάνω από το χωριό Ωραίον Ξάνθης, όπως φαίνεται από το χωριό Κύκνος (Σάτνοβιτσα).

MOMTSKI KAMEN

ΜΟΜΤΣΚΙ ΚΑΜΕΝ - O BΡAXOΣ ΤΟΥ ΚΟΡΙΤΣΙΟΥ
Η παράδοση της ομαδικής αυτοκτονίας των κοριτσιών είναι κοινή σε πολλά Πομακοχώρια. Σε όλες τις περιπτώσεις αναφέρεται ότι μικρές Πομακοπούλες προτίμησαν να γκρεμιστούν από ένα βράχο για να αποφύγουν τη σύλληψη από τους Τούρκους. Η συγκεκριμένη παράδοση εντάσσεται σε ένα κύκλο ανάλογων παραδόσεων που πιστεύεται ότι ανάγονται χρονολογικά στο 16ο-17ο αιώνα, περίοδο του βίαιου εξισλαμισμού των Πομάκων της οροσειράς της Ροδόπης.
Κοντά στη Γλαύκη υπάρχει ένας απότομος γκρεμός που οι κάτοικοι της Γλαύκης ονομάζουν Γκουλέμ Κάμεν (μεγάλος βράχος) ή Μόμτσκι Κάμεν (βράχος του κοριτσιού). Σύμφωνα με την παράδοση από αυτό το βράχο αυτοκτόνησαν κορίτσια του χωριού έχοντας δεθεί η μία από τα μαλλιά της άλλης.
Η ίδια παράδοση αναφέρεται και για τον απότομο βράχο που βρίσκεται βόρεια του χωριού Ωραίο. Βράχο με την ονομασία Μόμτσκι Κάμεν συναντάμε επίσης στα βόρεια της Κοτάνης κοντά στα Ελληνοβουλγαρικά σύνορα καθώς επίσης και δίπλα σε κορυφή ύψους 1100 μέτρων σε απόσταση μιας περίπου ώρας βορειοανατολικά της Πάχνης. Ίδια παράδοση αυτοκτονίας των Πομακισσών για να ξεφύγουν τη σύλληψη των Τούρκων αναφέρεται και στο χωριό Αιώρα στην τοποθεσία "Μαρίνα". Στα Μάνταινα πάλι, η ονομασία που δίνεται στον αντίστοιχο βράχο είναι "Τσερβέν Κάμεν" (κόκκινη πέτρα).
Σε πολλές περιπτώσεις αναφέρεται ότι βρέθηκαν κατά το παρελθόν διάφορα αντικείμενα (όπως π.χ. δαχτυλίδια) στη βάση του γκρεμού. Δε μπορούμε σήμερα να γνωρίζουμε εάν οι παραδόσεις αυτές αντιστοιχούν σε ένα και μόνο ιστορικό γεγονός που έμεινε βαθιά χαραγμένο στη μνήμη των Πομάκων έτσι που να ταυτίζουν κάθε απότομο βράχο με την ιστορία της ομαδικής θυσίας των κοριτσιών ή εάν πρόκειται πραγματικά για διαφορετικά συμβάντα.
Aξίζει, πάντως, να αναφέρουμε ότι αντίστοιχες παραδόσεις θυσίας κοριτσιών για να αποφύγουν τη σύλληψη από Τούρκους συναντάμε και στα Πομακοχώρια της Βουλγαρίας. Τέτοιες τοποθεσίες υπάρχουν στο Σμόλυαν (βράχος Νεβιάστα), στη Σιρόκα Λάκα και κοντά στο Ζλατογκράντ (Μόμιν Κάμεν).

Τετάρτη, 10 Φεβρουαρίου 2010

Ένα πομάκικο παραμύθι: Αminâ na vadenítsono - Η Εμινέ στο μύλο

Ένα πομάκικο παραμύθι: Αminâ na vadenítsono - Η Εμινέ στο μύλο

Zhïváli so bírzeman adín chülâk i anná zhaná i imâli so annó mómiche. Zhanána si ye umrâla mladá i mómicheno ye astánalo öksûzin, pak chülâkon ye stánal mejbúr da so azhóni nah drúgo zhóno. Drugána zhaná ye imâla i tya annó mómiche i zaváli go so Aminâ. Mílavala ye yálnïs tóynono mómiche, Aminô, pak drúgumune ye dávala izéte i nagádala go ye da právi vrit tôshkïne rábatï.
Annók déne ye prevódila Aminô na vadenítsono da sméli bráshno i reklála ye drúgumune mómichötu da so hazïrladísava da íde pak to akshámlayinno. Sétilo so ye azám pústono mómiche óti ye lelâ mu ískala da mu stóri parátiko, óti so vríttsi kázavali óti ye akshámlayinno na vadenítsono imâlo jínye. Upláshalo so ye mómicheno i atishlólo ye na bábo mu da ye papîta kaná da právi: «Kaná da právem, bábo, preváda mo akshámlayinno na vadenítsono da mo izedé jínyeno», reklólo yi ye mómicheno i plákalo ye. «Namóy da to ye strah, kadóno», reklála ye bábana unúchetune, «she ti dam annók pétla i chûyesh li go jínyeno da íde, she go pátnesh trish keré. Jínyeno she chûye petláne i she izbâga, óti go ye strah agá payé». Dála mu ye petláne faf annó kóshnitso i mómicheno si ye atishlólo.
I has, le so ye smrachílo, léle mu go ye prevódila nah vadenítsono. Zôlo ye mómicheno misírene faf sakúlene, zôlo ye i petláne faf kóshnitsono i tórnalo ye. Agá ye fprâlo na vadenítsono, métnalo ye misírene da so méli i châkalo ye da dóyde jínyeno. Agá kazá sredénnosh chûlo ye nókakva glása i usétilo ye jínyeno da yanïshtísava. Sétilo so ye i jínyeno, agá ye vlâlo faf vadenítsono, óti ye imâlo chülâka uvótre i tórnalo ye da abiískava. Pátnava azám mómicheno annósh, dvash i yéshte annósh i toy papâva trish keré. Jínyeno so ye upláshalo i pódilo ye da si varví, alá kugána da si pódi nashlólo ye mómicheno i apkîchilo go ye sas lírï i drúgo skópo gïzdílo.
Mífko po sétne so ye razvídelilo i mómicheno sas brashnóno faf sakúlene i gïzdílono na shîyeno vórnalo so ye nah sélono. Púknalï so so ad hasetlíka léle mu sas dashterôno yi, agá go so vídelï ad duléche da si íde zhîvo. Alá agá si ye fprâlo mómicheno u täh i vídelï so lírïne i gïzdílono, zôlo ye i da gi ye gnäf na to. Papîtalï go so azám mómicheno kadé go ye nashlólo inazí síchkono i to agá mi ye kázalo ta mu go ye jínyeno dálo, le inagáne ye léle mu reklála: «Búksham she Aminâ da íde na vadenítsono». I agá so ye smrachílo, zôla ye Aminâ sakúlene sas misírene, zôla ye i annó kóte sas tîye i tórnala ye.
Agá ye fprâla na vadenítsono Aminâ, métnala ye misírene da so méli i châkala ye faf annó keshó. I has, kazá sredénnosh chûva i tya nókakva glása i vídeva mífko po sétne jínyeno da fîrka nah vadenítsono. Zôla ye azám Aminâ da pátka kóteno i to da merúka, alá jínyeno agá da izbâga, che so ye fkîsnalo yéshte po i narîrilo ye Aminô i skótsalo ye.
Agá so ye razvídelilo, Aminína máyka ye izlâla na vratána i châkala ye da si so vórne. Slóntseno ye izlâlo sas dva sïrîka, alá ye Aminô búlo ne vidé níkade. Zôlï so azám da ye fakolâvot chórnï zmíye parátikono zhóno i ha bre dö bre zôla ye pótene za nah vadenítsono da si abiískava dashterôno. Agá ye fprâla na vadenítsono i ne ye nashlála, zôla ye da pláche i da rûka: «Mínka marí, Mínka, Mínka». Chûla ye azám jínyeno da yi advráshta: «Mínkinïte kormínkï so na kólkane navítkï».

Ζούσε μια φορά ένας άνδρας και μια γυναίκα και είχαν ένα κορίτσι. Η γυναίκα πέθανε νέα και το κοριτσάκι έμεινε ορφανό, αλλά ο άνδρας αναγκάστηκε να παντρευτεί άλλη γυναίκα. Η άλλη γυναίκα είχε και αυτή ένα κορίτσι που το έλεγαν Εμινέ. Αγαπούσε μόνο το δικό της κορίτσι, την Εμινέ, αλλά το άλλο το βασάνιζε και το έβαζε να κάνει όλες τις βαριές δουλιές.
Μια μέρα έστειλε την Εμινέ στο μύλο ν’ αλέσει αλεύρι κι είπε στην ψυχοκόρη της να ετοιμάζεται για να πάει αυτή ν’αλέσει τη νύχτα. Κατάλαβε τότε το κακόμοιρο το κορίτσι πως η μητριά της ήθελε να της κάνει κακό, γιατί όλοι έλεγαν πως στο μύλο τη νύχτα έβγαιναν φαντάσματα. Φοβισμένο τράβηξε για τη γιαγιά του να ρωτήσει τι να κάνει. «Τι να κάνω, γιαγιά, με στέλνει στο μύλο τη νύχτα, για να με φαν τα φαντάσματα», της είπε κλαίγοντας. «Μη φοβάσαι, ψυχούλα μου», καθησύχασε η γιαγιά την εγγονούλα της, «θα σου δώσω έναν κόκορα και, μόλις τ’ ακούσεις να’ρχονται, θα τον χτυπήσεις τρεις φορές. Τα φαντάσματα θα ακούσουν τον κόκορα και θα φύγουν, γιατί φοβούνται το λάλημά του». Της έδωκε ύστερα την ευχή της και τον πετεινό σ’ένα καλαθάκι και το κορίτσι έφυγε.
Και πραγματικά, μόλις νύχτωσε, την έστειλε η μητριά της στο μύλο. Πήρε κείνη το σακί της με το καλαμπόκι, πήρε και το καλαθάκι της με τον κόκορα και κίνησε. Σαν έφτασε στο μύλο, έριξε το καλαμπόκι της γι’ άλεσμα και περίμενε να έρθουν τα φαντάσματα. Και τα μεσάνυχτα άκουσε παράξενες φωνές κι ένιωσε τα ξωτικά να σιμώνουν στο μύλο. Κατάλαβαν και κείνα, μόλις μπήκαν, πως έχει άνθρωπο κει μέσα κι αρχίνησαν να ψάχνουν. Χτυπάει τότε το κορίτσι τον κόκορα μια και μια κι άλλη μια και κείνος λάλησε τρεις φορές. Tα ξωτικά τρόμαξαν και κίνησαν να φύγουν, μα προτού φύγουν βρήκαν το κορίτσι και το στόλισαν με φλουριά κι άλλα πλουμίδια ακριβά.
Σε λίγο ξημέρωσε και το κορίτσι με τ’ αλέτρι στο σακί και τα πλουμίδια στο λαιμό πήρε το δρόμο και γύρισε στο χωριό. Λύσσαξε η μητριά κι η θυγατέρα της, σαν την είδαν από μακριά να γυρνάει πίσω ζωντανή. Μα, σαν έφτασε στο σπίτι το κορίτσι κι είδαν και τα φλουριά με τα πλουμίδια, λύσσαξαν πια κι απ’ τη ζήλια τους. Ρώτησαν το τι και πώς και, σαν άκουσαν πως τα ’δωσαν τα ξωτικά, δεν χάνουν καιρό και παίρνουν την απόφαση: «Απόψε θα πάει στο μύλο η Εμινέ». Κι έτσι σα νύχτωσε παίρνει η Εμινέ το σακί της με το καλαμπόκι, παίρνει μαζί της κι ένα γατί και κινάει για το μύλο.
Σαν έφτασε, ρίχνει το καλαμπόκι της γι’ άλεσμα και περιμένει σε μια γωνιά. Και πράγματι κατά τα μεσάνυχτα ακούει παράξενες φωνές, και βλέπει σε λίγο τα ξωτικά να χυμάν στο μύλο. Αρχίνησε τότε να χτυπάει το γατί κι εκείνο να φωνάζει, μα τα ξωτικά αντίς να φοβηθούν αγρίεψαν πιότερο κι όρμηξαν στην Εμινέ και την ξέσκισαν.
Σαν έφεξε η μέρα, βγήκε η μάνα της Εμινέ στην πόρτα και την καρτέραγε να γυρίσει. Μα ο ήλιος ψήλωνε κι η Εμινέ δεν έλεγε να φανεί. Άρχισαν να τη ζώνουν τα φίδια τότε την κακιά γυναίκα και μια και δυο πήρε το δρόμο για το μύλο να ψάξει το δρόμο για τη θυγατέρα της. Σαν έφτασε στο μύλο και δεν τη βρήκε κει πέρα αρχίνησε να σκούζει: «Μίνκα! Μίνκα! Μίνκα!». Κι άκουσε τότε τα ξωτικά ν’ αποκρίνονται: «Της Εμινέ τα έντερα είναι σ’ ένα παλούκι κρεμασμένα».

Από το βιβλίο της Δήμητρας Κατάκη και του Ριτβάν Καραχότζα: Ο μπαμπάς και η μαμά είπαν – Ντάντο ι μπάμπα κάζαχο … Γυμνάσιο Σμίνθης-Νομαρχία Ξάνθης 1997, σελ. 75.

Stárata bábichka vrástala sa e gech na kóshtana

ΕΝΑ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΑΥΚΗ

Stárata bábichka vrástala sa e gech na kóshtana
Bir vakít bir zamán zhiválisa edín star chuläk sas zhónana faf ennó sélo na ennó visóko barchíno.Stárata bábichka vrástala sa e gech na kóshtana.
Zhanána mu imäla ennók brátka. Imäla e húye i tosi sa vrástala gets na kóshtana. I nagádalae chuläkane da sa fkïsnavo.
Ennók déne zhanána fazlá go fkïsnava chuläkanei. I chuläkon tórnavo pa mahalóna da pïta da li e sa ne vídevolï pa néide. Ála mahalána mu sa ni kotrón ne kázalï níkaknane. I reklíli sa:
- Ne zhnáeme.
I chuläkon kakná da právi? Drúgakne déne hódi saskrïva. I vídevo e da vláze faf kóshta ennó mu komshúeno. I chuläkon sa vrásta faf kóshtana. I tia sa vrásta gech. Chuläkon ye popïta:
- Kadé be ti da isé?
I tia mu víka:
- Ye da isé abiískova tébe pa komshúieshe.
Chuläkon ye udríva. I komshúkine na vretána mu hódet:
- Selém Aléikim komshúin, da si ne videval móyieta zhóna pa itúzi?
Papïtal yie.
Agá mu e tie adváre vretána víka mu:
- Νe komshúin íma báe vréme da e sam vídevola, advórnala mu e komshúkana.
Pak tié ye tógovana zhaná krïla e uté. Atishlól si e chuläkon na täh i chéka ya zhanóna da si sa vórne. Hódi si na nína kólkus zhanána. Ála faf drúgakne déne pak zhanána vláze u nóigi komshúena. I chuläkon i pak popïtal komshúina i tói mu rekól:
- Néma ti zhónata aitúi
I tói si so vórnel uté.
I kogána ártik si sa vórnava zhanána mu na kóshtana fátil dáva ennó goléma sópa i hódi métae faf rékona. I rékanae atsúrnavo i zhanána múfku po sétne sa zagubíla. I chuläkon at siníre mréla.
Agá mu ye pominála ifkéna I tagás sétil sóe kakná e stóril. I nagás stánal chuläkon yiéche pismán. Smiléla mu sa ye yéche. I chuläkon flíza faf rékona da ye abiískovo.
Agá da tórne nadólu da e íshte ámae fátil nagóre da e abiískova. Vaz réko fáta láhova sa enná kanné da pomína edín druk pres tam. Papïtal go e:
- Kakná chuläkon právish faf rékota?
I tói mu víka:
- Abiískovom si zhónata. Atsúrna mi e rékasa.
Advórnal mu ye chuläkon:
- Néma da e tróshish nah túka chuläku . Rékata e atsúrna nadólu, rekól mu e azám drúgion chuläk.
Álla drúgion chuläk ne íshkal da sa séti tie kakvá e bïla dalné.
- Néma kak da e atsúrnala nadólu.
- Has seé atsúrnala nagóre, advórnal mu e stárion chuläk.
Tórnalie da si e abiískovo i éste si ye abiískovo. Zok ne vídi víka mu da ye mílavo zhónano mu, da e i sas kusúre.


H γριά γυρνούσε αργά στο σπίτι
Μια φορά κι ένα καιρό ζούσε ένας γέρος άντρας με τη γυναίκα του σε ένα χωριό σε ένα ψηλό βουνό. H γριά γιαγιά γύρναγε αργά στο σπίτι.
Η γυναίκα του είχε ένα αδελφό. Είχε μια συνήθεια γύρναγε και αυτός αργά στο σπίτι. Και η γυναίκα έκανε τον άντρα της να νευριάζει πολύ.
Μια μέρα η γυναίκα του πάρα πολύ τον νευρίασε. Και ο άντρας γύριζε τη γειτονιά και ρώταγε μήπως την είδαν πουθενά. Αλλά στη γειτονιά κανένας δεν του είπε τίποτα. Και του είπαν:
- Δεν ξέρουμε.
Και ο άντρας τι να κάνει; Την άλλη μέρα πάει και κρύβεται. Και την είδε να μπαίνει σε ένα σπίτι ενός γείτονα. Και ο άντρας γυρνάει στο σπίτι του. Και αυτή γυρνάει πολύ αργά.
Ο άντρας της τη ρωτάει:
- Πού ήσουνα μέχρι τώρα;
Και αυτή του λέει:
- Εγώ μέχρι τώρα σε έψαχνα στη γειτονιά.
O άντρας της τη χτύπησε. Και οι γείτονες στην πόρτα του πήγανε:
- Γεια σου γείτονα, μήπως είδες τη δικιά μου γυναίκα εδώ πέρα στη γειτονιά; Ρωτούσε.
‘Όταν αυτή του ανοίγει την πόρτα του λέει:
- Όχι γείτονα, έχει κάμποσο καιρό που δεν την έχω δει, του απάντησε η γειτόνισσα.
Αλλά αυτή η ίδια η γειτόνισσα έκρυβε τη γυναίκα του στο σπίτι της. Έφυγε ο άντρας στο σπίτι και την περίμενε να γυρίσει. Πήγε μετά από λίγη ώρα η γυναίκα του. Αλλά την άλλη μέρα πάλι η γυναίκα μπαίνει στον ίδιο γείτονα.
Και ο άντρας της πάλι ρώτησε το γείτονα και αυτός του είπε:
- Δεν είναι η γυναίκα σου εδώ.
Και αυτός γύρισε στο σπίτι του.
Όταν πια η γυναίκα του γυρίζει στο σπίτι πιάνει και της δίνει ένα γερό ξύλο και πάει και τη ρίχνει στο ποτάμι. Και το ποτάμι την παρασέρνει και η γυναίκα μετά από λίγο χάθηκε. Και ο άντρας από τα νεύρα του πέθαινε.
Όταν πέρασαν τα νεύρα του τότε κατάλαβε τι είχε κάνει. Και τότε ο άντρας της πολύ μετάνιωσε. Τη λυπήθηκε πολύ. Και ο άντρας της μπαίνει στο χωράφι να την ψάξει.
Αντί να πάει προς τα κάτω να την ψάξει πάει προς τα πάνω και την ψάχνει. Πιάνει το ποτάμι του τυχαίνει ένα πουλί και ένας άλλος περνάει από εκεί.
Τον ρώτησε:
- Τι κάνεις άνθρωπε στο ποτάμι;
Και αυτός του λέει:
- Ψάχνω τη γυναίκα μου. Την παρέσυρε το ποτάμι.
Του απάντησε ο άνθρωπος:
- Δεν θα την ψάχνεις προς τα εδώ άνθρωπε. Το ποτάμι την πήρε προς τα κάτω, του είπε ο άλλος άνθρωπος.
Αλλά ο άλλος άνθρωπος δεν ήθελε να καταλάβει τι παράξενη ήταν αυτή. - Δε μπορεί να την είχε παρασύρει προς τα κάτω.
- Αλήθεια θα την είχε παρασύρει προς τα πάνω, του απάντησε ο γέρος άνδρας.
Ξεκίνησε να την ψάχνει και ακόμα την ψάχνει. Όποιον βλέπει του λέει να αγαπάει τη γυναίκα του, ακόμα κι αν έχει κουσούρι.

Από το βιβλίο του Αλή Ρόγγο, Παραμύθια και τραγούδια των Πομάκων της ορεινής Ξάνθης, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 2005

Nachútata kráva -Η ξακουστή αγελάδα

Nachútata kráva
Bir vakít bir zamán imâla ennók. Padishéha tórnova da si vídi yurkióna áma varvél mlógu póte i ennók akchéma uradísava na ennók da prelezï.
Kogána vlel da prelezï izláze atám i chuläkon saibíena. Izláze atámï az yirmí dekaká. Αgá sa vráshta pita go padiséhon:
- Am óti ti kadé hódi.
Ιtói mu víka:
- Af edérsin máne sa radí ennó déte, zató sa málko zablé.
I víka mu padiséhon:
- Af edérsin dáta pópïtam mózhame li málko da go vídime?
I tói mu víka:
- Da, kakvó she stáne? Zömi go i viz go.
I padiséhon go zïma fav rakîne ámae padiséhon bïlpét. I tói go pagléva na chélana. Glöda na tsélana písava détena agá stáne na on sekís godíni she zhíma padisétskono móma. I padiséhone dashlóla kríva. I padiséhon víka:
- Kólku íshtesh parï? Mózha li da mi go predadésh aisazí déte?
I tói víka:
- Da pópïtam zhónana.
I tói hódi, pita zhónana i zhanána mu víka:
- Τsim da chuläku, to si si radíme drúgo. Da mu go dadéme.
I dávat mu go padiséhune i padiséhon dáva ennók tásha lírï.
I zíma padiséhon détena i varví prez ennók póte kadéna ne varvôt yétse insane. I fpíraf faf ennó mésta i vídeva padiséhon ennók kapinóka i méta go faf kapinókane détena. I hódi si padiséhon.
Áma iméla ennók govedárina aitám pásala govéda paitám. Áma iméla ennó kráva zaválié sa «nachútata kráva ». I nái kráva hódi pri kapinókane da hráni détena.
Áma kogána asá nah rékona krávane ímat mlógu présna krávane. Kogána sa nah kapinókine krávine nachútana kráva íma yéche múchku présna. Óti hódi da hráni détena. I shaibíena zhéla da sa kára govedárinune.
- Óti kakná právish da li go daísh i predávash?
I govedárinon víka:
- Ye nezhnóm níkaknáni.Útre se gi púshnam nah rékono yélate saz máne da vídite kakná právem.
I saibíena hódi. Govedárinon tséla déna sas saibíena. Agá hódet akchámlain da gi dayót krávine ímat mlógu présna. I nachútana kráva íma éshte po mlógu. I saibíena víka govedárinúne:
- Vídish li nachútasha kráva kakná présna na daí? Óti na rékosa agáe íma mlógu présna?
I govedárinon mu víka saibíene:
- Da tébe tíe shipéta gie go dóem ya I predávam. Útre she gi púshnam nah kapinókane I tï she si saz máne da deinatísaváme na chútana kráva óti tié agá pasé nah kapinókane néma présna. I víkate gögo ye dóem i predávam.
I govedáren sas saibíena chéla déne deinetísavot krávana. I krávana ei pa ikindí ad délesa ad drúgine krávi i hódi da hráni détena. I saibíena vídeva I tagás víka govedárinune:
- Af edersín imél si háka. Zímahti giunéhate na énkas.
I saibíena zhíma détena saz tógu I nósi go. Agá hódi faf sélana víka séla múne:
- Náida ennó déte farnéna faf ennók kapinóka. Da si go ne paznáva bannó?
I détetúne ubáiko mu vídevo go détena tógovo taé déte i zhíma si go. Áma go e pïtal saibíena govedárinúne:
- Óti déteta farnéna faf ennók kapinóka?
I tói mu víka:
- Af edersín, edín dóide a pláka mi sa da mu go dam. I ye papïta zhónana i zhanána mi víka: “ Da mu go dadéme. Nïe she si radíme drúgo”. I nîe mu go dádahme I toi go farníl. Da si go zhémam.
I zhíma si go da go kúti. I saibíena si go zhíma iskúteva go on sekís godíni stánava déteno. I padiséhon na kólku godíni pak mu sa pánna da pamína pres ainói saibíe. I víka mu:
- Salám aléikim.
- Aléikim selám.
- Máselo aisái delíkanlïye tsiyé e?
E tói mu víka:
- Αisái delíkanlïe ma e.
I padiséhon mu víka:
- Af edérsin.
- Mózha li da dóide pri máne da go vídem?
Pak padiséhon ishte da go vídi na tsélana. Enná delikanlïe kámatna. I tó hódi vídeva go. Padiséhon aitaí déte zóta be kúpil i farníl. I padiséhon sa zabléva.
I padiséhon fáta napísava ennók müktǘpe i víka saibíine :
- Kólku parï íshtete? Ímam ennók müktǘpe kópelösa da go adnesé faf sélana upadiséhane
I saibíena mu víka:
- Da
Áma müktǘpen písava agá go adnesé kópelöna upadiséhane pelivánene da go sasekót I da go farnöt.
I kópelöna zhíma müktǘpine i varví. Ártïk mu sa umáre i to vláze af ennó bahché. Pad ennó aóshko séda i zaspáva. I müktǘpen mu ye faf tzuböna
I kïsmét pomína padiséhune mómechona I vídeva go da spi. I tói dashló náum chíe tóinato bíla. I tyá zhíma yiavásh müktǘpine na písava drúgo kinígo. Na kiníshkona píshavo padiséhune víka «za tri déne da azhónite mómasa na aisazí kópele». I mamána yavásh yavásh zhíma mu go kláva faf juböna I razbúda go. I tói rïpnavo imálhu sa uplásh. I tia go glöda I patpáleva sa ainólkus kámatno I pita go:
- Tï kak pres tus?
- Máne ma prevódi edín íma ennók müktǘpe da go ódnesam af ennó séla upadiséhane. Áma varväh mlógu umaríh sa i ye sönna da pótsina. I unése ma zaspá. Dabréma razbudí da go ódnesa.
I to go anése zhímad go pelivánene mükt’üpene ispévat go. Müktǘpen paé «za tri déne vótre mómata da azhónite na aisazí kópele».
I te fátat paímat sfirtsére i tapanáre i zafátile on gün túnkot sfíret i igrót.
I na on gün sétne hódi padiséhon faf sélana. Chúye sfíret túnkot, igrót I padiséhon pita ennók:
- Kakná stánava aitúi faf sélasa aisólkus tselík?
I tsuläkon mu víka padiséhune prevódiho ennó kópele saz müktǘpe «bórzhï da mu stórite svádba na mómana».
I tói na váda glavóna pachúdeva sa i víka:
- Yiezïlán chizilmés. Písano sa e sa ne raspísava. Alláh e goläm ad vritsi.
I tói mu sníma drïpine i kïl’ïtsene i právi go padisé.


H ξακουστή αγελάδα
Mια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς. Ξεκίνησε να πάει να δει την πατρίδα του αλλά περπάταγε πολύ δρόμο και ένα βράδυ του τυχαίνει να φιλοξενηθεί από κάποιον.
Όταν μπήκε για να φιλοξενηθεί βγαίνει ο άντρας της οικογένειας. Βγαίνει και χάνεται για είκοσι λεπτά. Όταν γύρισε πίσω τον ρώτησε ο βασιλιάς:
- Γιατί εσύ εξαφανίστηκες για τόσο, πού ήσουνα;
Kι αυτός του είπε:
- Συγνώμη, εμένα γέννησε η γυναίκα μου ένα παιδί γι αυτό λίγο άργησα.
Και του λέει ο βασιλιάς:
- Συγνώμη, να σε ρωτήσω, μπορούμε για λίγο να το δούμε;
Κι αυτός του λέει:
- Ναι, γιατί όχι; Πάρτο και δες το.
Και ο βασιλιάς το παίρνει στα χέρια του άλλα ήτανε βασιλιάς πολύ διαβασμένος. Και ο βασιλιάς το κοιτάει στο μέτωπο. Το βλέπει στο μέτωπο να γράφει όταν γίνει το παιδί 18 χρονών θα πάρει του βασιλιά την κόρη.
Και του βασιλιά του ήρθε λίγο στραβά. Και ο βασιλιάς λέει:
- Πόσα λεφτά θέλεις; Μπορείς να μου πουλήσεις αυτό το παιδί;
Κι αυτός λέει:
- Να ρωτήσω τη γυναίκα μου.
Κι αυτός πάει, ρωτάει τη γυναίκα του και η γυναίκα του λέει:
- Ναι, άντρα μου, ας του το δώσουμε, εμείς θα γεννήσουμε άλλο. Να του το δώσουμε.
Και το δίνουν στο βασιλιά και βασιλιάς τους δίνει μια γαβάθα λίρες. Παίρνει ο βασιλιάς το παιδί και πηγαίνει από ένα δρόμο εκεί που δεν περνάει πολύς κόσμος. Και φτάνουν σε ένα χωράφι και βλέπει ο βασιλιάς ένα θάμνο και το ρίχνει μέσα στο θάμνο. Και φεύγει ο βασιλιάς.
Όμως, ήταν ένας τσοπάνης που φύλαγε εκεί αγελάδες. Αλλά είχε μια αγελάδα που τη λέγανε «ξακουστή αγελάδα». Kαι αυτή η αγελάδα πήγαινε κοντά στο θάμνο και τάιζε το παιδί.
Αλλά όταν έχει ο τσοπάνης προς το ποτάμι τις αγελάδες έχουν πολύ γάλα. Όταν είναι προς τους θάμνους οι αγελάδες η ξακουστή αγελάδα έχει πολύ λίγο γάλα. Γιατί πάει και ταΐζει το παιδί. Και το αφεντικό άρχισε να μαλώνει τον τσοπάνο:
- Γιατί, τι κάνεις, μήπως το αρμέγεις και το πουλάς;
Και ο τσοπάνος λέει:
- Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Αύριο το πρωί θα τα αμολήσω στο ποτάμι και ελάτε μαζί μου να δείτε τι κάνω.
Και το αφεντικό πάει. Ο τσοπάνος όλη τη μέρα μαζί με το αφεντικό του. Όταν πηγαίνουν το βράδυ να τις αρμέξουν οι αγελάδες έχουν πολύ γάλα. Και η ξακουστή αγελάδα έχει ακόμα πιο πολύ γάλα. Και το αφεντικό λέει στον τσοπάνο:
- Βλέπεις η ξακουστή αγελάδα πόσο γάλα κατέβασε; Γιατί όταν είναι στο ποτάμι έχει πολύ γάλα;
Και ο τσοπάνος λέει στο αφεντικό του:
- Εσένα είναι η υποψία σου ότι το αρμέγω και το πουλάω. Αύριο θα τα αμολήσω προς το θάμνο και εσύ θα είσαι μαζί μου να παρακολουθήσουμε την ξακουστή αγελάδα γιατί αυτή όταν βόσκει προς το θάμνο δεν έχει γάλα. Και λέτε ότι εγώ το αρμέγω και το πουλάω.
Και ο τσοπάνος με το αφεντικό του όλη τη μέρα παρακολουθούν την αγελάδα. Και η αγελάδα εκεί προς το απόγευμα χωρίζεται από τις άλλες αγελάδες και πάει να ταΐσει το παιδί. Και το αφεντικό βλέπει και μετά λέει στον τσοπάνο:
- Χίλια συγνώμη, είχες δίκιο. Σου έπαιρνα την αμαρτία για το τίποτα.
Και το αφεντικό παίρνει το παιδί μαζί του και το κουβαλάει. Μετά πάει στο χωριό και λέει στους χωριανούς του:
- Βρήκα ένα παιδί πεταμένο σε ένα θάμνο. Μήπως κανένας το γνωρίζει;
Και του παιδιού ο πατέρας το βλέπει ότι είναι το δικό του παιδί και το παίρνει. Αλλά το αφεντικό του τσοπάνη τον ρώτησε (τον πατέρα):
- Γιατί το παιδί πεταμένο σε ένα θάμνο;
Και αυτός του λέει:
- Συγνώμη, κάποιος ήρθε και έκλαψε για να του το δώσω. Κι εγώ ρώτησα τη γυναίκα και η γυναίκα μου λέει: “Ναι, ας του το δώσουμε. Εμείς θα γεννήσουμε άλλο». Κι εμείς του το δώσαμε κι αυτός πήγε και το πέταξε. Aς το πάρω πίσω.
Και το παίρνει να το μεγαλώσει. Και ο νοικοκύρης το παίρνει, το μεγαλώνει 18 χρονών γίνεται το παιδί. Κι ο βασιλιάς μετά από τόσα χρόνια του έτυχε να ξαναπεράσει από εκείνο το νοικοκύρη. Και του λέει:
- Γεια σου!
- Γεια σου!
- Φυλαχτό αυτό το παλικάρι ποιανού είναι.
Κι αυτός του λέει:
- Αυτό το παλικάρι είναι δικό μου.
Και ο βασιλιάς του λέει:
- Συγνώμη. Μπορεί να έρθει κοντά μου να το δω;
Aλλά ο βασιλιάς ήθελε να το δει στο μέτωπο. Ένα παλικάρι πανέμορφο. Και αυτό πάει κοντά και τον είδε. Ο βασιλιάς είδε ότι ήταν αυτό το παιδί που αγόρασε και το πέταξε. Και ο βασιλιάς αργεί λιγάκι. Ο βασιλιάς πιάνει και γράφει ένα γράμμα και λέει στον πατέρα του παιδιού:
- Πόσα λεφτά θέλετε; Έχω ένα γράμμα το παιδί να το πάει στο χωριό στο βασιλιά.
Και ο νοικοκύρης του λέει:
- Ναι.
Αλλά το γράμμα έγραφε το παλικάρι όταν το πάει στο βασιλιά οι παλαιστές να πιάσουν και να τον κομματιάσουν και να τον πετάξουν.
Tο παλικάρι παίρνει το γράμμα και ξεκινάει. Εκεί πια κουράστηκε και μπαίνει σε έναν κήπο. Κάτω από ένα δέντρο κάθεται και αποκοιμήθηκε. Και το γράμμα είναι μέσα στην τσέπη του.
Στην τύχη περνάει του βασιλιά η κόρη και τον βλέπει να κοιμάται. Και αυτή σκέφτηκε ότι ήταν γραφτό να τον παντρευτεί. Και αυτή παίρνει σιγά το γράμμα και γράφει ένα άλλο χαρτί. Στο χαρτάκι γράφει του βασιλιά «σε τρεις μέρες να παντρέψετε την κόρη του βασιλιά με αυτό το παλικάρι». Και η κόρη σιγά σιγά το γράμμα το βάζει στην τσέπη του και μετά τον ξυπνάει. Αυτός πετάγεται και λίγο τρόμαξε. Και αυτή τον βλέπει και άναψε πολύ και τον ρωτάει:
- Εσύ πώς από δω;
- Εμένα κάποιος με έστειλε, μου έδωσε ένα γράμμα να το πάω στο χωριό στο βασιλιά. Αλλά περπάτησα πολύ και κουράστηκα και εγώ κάθισα λίγο να ξεκουραστώ. Και με πήρε λίγο ο ύπνος. Καλά που με ξύπνησες για να προλάβω να τους το πάω.
Και αυτός το πήγε, το πήραν οι παλαιστές και το διάβασαν. Το γράμμα γράφει «σε τρεις μέρες μέσα να παντρέψετε του βασιλιά την κόρη με αυτό το παλικάρι».
Και αυτοί πιάνουν ζουρνατζήδες, νταουλιέρηδες και πιάσανε δέκα μέρες χτυπάνε, σφυρίζουν, χορεύουν.
Δέκα μέρες μετά ο βασιλιάς πάει στο χωριό.
Ακούει ότι βαράνε, σφυρίζουν, χορεύουν και ο βασιλιάς ρωτάει κάποιον:
- Τι γίνεται εδώ μέσα στο χωριό τόσο γλέντι;
Και ο άνθρωπος λέει στο βασιλιά ότι στείλανε ένα παλικάρι με ένα γράμμα «γρήγορα να το παντρέψετε με του βασιλιά την κόρη». Και ο βασιλιάς σκύβει το κεφάλι του και λέει:
- Ότι γράφει δεν ξεγράφει. Το γραμμένο δε ξεγράφεται. Ο Θεός είναι πιο μεγάλος από όλους μας.
Και ο βασιλιάς βγάζει τη στολή και το σπαθί και τον κάνει βασιλιά.

Από το βιβλίο του Αλή Ρόγγο, Παραμύθια και τραγούδια των Πομάκων της ορεινής Ξάνθης, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 2005

ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΛΑΥΚΗ

Κak Alláh právi páikase i zalvósa i ptselósa
Iméla enó máiko sas tri mómetsot. Pórvana mómeche yie pléla i máikai i víka:
- Dái mi momínko vadítsa da pímnom.
I mómechena víka:
- Ni mózhom aisé, ímam rábata, plétam.
I máikai i rétse :
- Alláh da no ta stóri zho da pletésh, da ne právi da níkaknane.
Zató páikos íma pávezhïnana i zató sa yiéche sgrazní.
Ι máikana víka ikintzína mamínka:
- Dái mi mamínko vadítsa.
- Ni mózhom aisé, mésem léba.
I máikai i rétse :
- Alláh da no ta stóri aitaí zo ta mésis da go ímas na garbáte. I faf kormáte da ímas aitaí zo ta she petsés.
I zató zalvása íma na garbáne nosi samárene.
I víka ichintzhína mamínkoi:
- Dái mi mamínko vadítsa.
Ι itsintzhína mómetse méseso léba zam stánavo i saz rakóna zhóna mésesa léba dávai vadítsa.
I Alláh i víka:
- Aitói pita zóta amési da e ainólkun slatká i da e hiléts za banï.
Zató ptselása íma medáse ainólku slátko kak da edín hiléch.

Πώς ο Θεός έφτιαξε την αράχνη, τη χελώνα και τη μέλισσα
Ήταν μια μητέρα με τρία κορίτσια. Το πρώτο κορίτσι έπλεκε και η μητέρα της είπε:
- Δώσε μου κοριτσάκι μου νερό να πιω.
Το κορίτσι είπε:
- Δεν μπορώ τώρα, έχω δουλειά, πλέκω.
Kαι η μητέρα της είπε:
- Ο Θεός να σε κάνει αυτό που πλέκεις, να μη χρησιμεύει για τίποτα.
Και γι αυτό η αράχνη έχει τα δίχτυα της και γι αυτό τόσο ασχημεύει.
Η μητέρα είπε στη δεύτερη κόρη:
- Δώσε μου παιδί μου νερό.
- Δε μπορώ τώρα, ζυμώνω ψωμί.
Η μητέρα της είπε:
- Ο Θεός να σε κάνει αυτό που ζυμώνεις να το έχεις στην πλάτη σου. Και στην κοιλιά σου να έχεις αυτό που θα το ψήσεις.
Και γι αυτό η χελώνα έχει στην πλάτη της το καβούκι.
Είπε στην τρίτη της κόρη:
- Δώσε μου κοριτσάκι μου νερό.
Και το τρίτο κορίτσι ζύμωνε ψωμί αλλά σηκώθηκε και με το χέρι που ζύμωνε ψωμί της δίνει νεράκι. Και της είπε ο Θεός:
- Αυτή την πίτα που ζύμωσες να είναι τόσο γλυκιά και να είναι φάρμακο για κάποιους.
Γι αυτό η μέλισσα έχει το μέλι που είναι γλυκό και τόσο καλό όσο ένα φάρμακο.




Από το βιβλίο του Αλή Ρόγγο, Παραμύθια και τραγούδια των Πομάκων της ορεινής Ξάνθης, εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 2005