ΓΛΩΣΣΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ ΕΙΔΗΣΕΩΝ ΠΟΜΑΚΟΧΩΡΙΑ ΞΑΝΘΗΣ ΒΙΝΤΕΟ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΑΡΘΡΑ ΣΤΟΝ ΤΥΠΟ ΓΛΑΥΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΜΑΚΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΣΜΙΝΘΗ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ ΘΡΑΚΗ ΔΗΜΑΡΙΟ ΠΟΙΗΣΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΜΥΚΗ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΠΟΜΑΚΙΚΗΣ ΓΙΟΡΤΕΣ ΕΧΙΝΟΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΥΛΙΚΟ ΕΚΛΟΓΕΣ ΙΣΤΟΡΙΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ ΩΡΑΙΟΝ ΚΙΜΜΕΡΙΑ ΜΑΝΤΑΙΝΑ ΕΞΙΣΛΑΜΙΣΜΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΠΡΟΞΕΝΕΙΟ ΠΡΟΣΗΛΙΟ ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΠΟΜΑΚΟΙ ΘΕΡΜΕΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΣΑΤΡΕΣ ΤΕΜΕΝΗ ΧΑΡΤΕΣ ΚΟΤΥΛΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΚΟΜΟΤΗΝΗ ΣΥΝΕΔΡΙΑ ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΦΥΣΗ ΑΣΚΥΡΑ ΚΕΝΤΑΥΡΟΣ ΜΟΥΦΤΕΙΑ ΠΑΡΟΙΜΙΕΣ ΠΑΧΝΗ ΛΙΒΑΔΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΑΛΜΑ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΗ ΡΟΔΟΠΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΚΑΛΟΤΥΧΟ ΝΕΡΟΜΥΛΟΙ ΓΟΡΓΟΝΑ ΚΕΧΡΟΣ ΛΕΞΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΑΙΜΟΝΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΑΡΘΡΑ ΕΘΙΜΑ ΙΕΡΟΔΙΔΑΣΚΑΛΟΙ ΙΣΛΑΜ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΖΩΗ ΚΟΤΙΝΟ ΚΥΚΝΟΣ ΜΕΔΟΥΣΑ ΜΗΤΡΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΥΝΘΗΚΗ ΛΩΖΑΝΝΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑ MYKH ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΑ ΕΘΝΟΛΟΓΙΑ ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΕΝΔΥΜΑΣΙΑ ΕΡΑΝΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΣ ΚΑΡΔΑΜΟΣ ΚΕΝΤΡΟ ΠΟΜΑΚΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΟΤΑΝΗ ΛΙΒΑΣ ΜΕΛΙΒΟΙΑ ΜΟΥΣΙΚΗ ΜΠΕΚΤΑΣΙΣΜΟΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΟΝΟΜΑΤΑ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΙ ΧΟΡΟΙ ΠΟΡΤΑ ΡΕΥΜΑ ΡΟΜΑ ΡΟΥΣΣΑ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΠΟΜΑΚΩΝ ΓΛΑΥΚΗΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ ΧΛΟΗ ΑΙΩΡΑ ΑΚΡΑΙΟΣ ΑΛΙΚΟΧΩΡΙ ΑΝΕΚΔΟΤΑ ΒΑΚΟΥΦΙΑ ΒΑΣΙΛΙΚΑ ΓΕΩΡΓΙΑ ΓΙΑΛΙΣΤΕΡΟ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΕΚΔΡΟΜΕΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΙ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΖΑΓΑΛΙΣΑ ΖΑΦΕΙΡΙΟ ΖΟΥΜΠΟΥΛΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟ ΚΑΠΝΟΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΚΕΤΙΚΙΟ ΚΙΔΑΡΙΣ ΚΙΡΡΑ ΚΟΥΖΙΝΑ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΜΥΡΤΙΣΚΗ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΑ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ ΟΡΓΑΝΗ ΠΕΛΕΚΗΤΟ ΠΛΑΓΙΑ ΠΡΙΟΝΙ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ Πάχνη ΡΥΜΗ ΣΕΛΕΡΟ ΣΙΔΗΡΟΧΩΡΙ ΣΙΡΟΚΟ ΣΜΙΓΑΔΑ ΣΟΥΝΙΟ ΣΩΣΤΗΣ ΤΑΞΙΔΙΑ ΤΕΜΕΝΟΣ ΥΔΡΟΧΩΡΙ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΑ ΧΡΥΣΟ

Κυριακή, 8 Νοεμβρίου 2009

ΕΝΑ ΠΟΜΑΚΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΑΠΟ ΤΑ ΚΙΜΜΕΡΙΑ

Tríne altónenï yábalkï i adín drákuloz sas yedí glávï

Τα τρία χρυσά μήλα και ο δράκος με τα εφτά κεφάλια

Ι.
Μια φορά κι έναν καιρό δίπλα σε ένα σπίτι υπήρχε μια μηλιά που κάθε χρόνο έβγαζε τρία χρυσά μήλα. Στο σπίτι ζούσε μια οικογένεια με τρία παιδιά. Όταν η μηλιά έβγαζε καρπούς ερχόταν ένας δράκος – κανείς δεν ήξερε από πού – και έκλεβε τα μήλα.

Bir vakît bir zamán pri annó kóshto ye imâlo annó yábalko zána ye rádala sâkatro godíno tri altónenï yábalkï. Faf kóshtono ye zhïvála anná hanâ sas tri dechyá. Zhókne vakîta ye yábalkana rádala yábalkï dahódel ye adín def – níkatri ye ne znal at kadé – i kral ye yábalkïne.

II.
Όταν μεγάλωσαν τα τρία αδέλφια συμφώνησαν να φυλάξουν τη μηλιά για να μην τους κλέψουν ξανά τα τρία χρυσά μήλα. Την πρώτη μέρα πήγε να φυλάξει ο μεγάλος αδελφός αλλά αποκοιμήθηκε. Ο δράκος ήρθε κρυφά και του πήρε το ένα μήλο. Την άλλη μέρα πήγε να φυλάξει ο μεσαίος αδερφός αλλά και αυτός αποκοιμήθηκε. Έτσι και το δεύτερο χρυσό μήλο χάθηκε. Ο μικρότερος αδελφός πήγε να φυλάξει την τρίτη μέρα. Περίμενε άγρυπνος όλη τη νύχτα και είδε ένα δράκο με εφτά κεφάλια να προσπαθεί να κλέψει το τρίτο μήλο.

Kugána so narástali trimínana brátye zdúmili so so da chûvot yábalkono za da ne ukradót pak trine altónenï yábalkï. Pórvokne déne ye atishlól da chûva gulâmïyen brat ála ye zaspál. Défen ye dashlól na skrïto i ukrál ye annóno yábalko. Na drúganek déne ye atishlól da chûva srédneyen brat ála i tóy ye zaspál. Inîy so zagubóva i ikinjína altónena yábalka. Míchkïyen brat ye atishlól da chûva üchünjûnokne déne. Chákal ye tsála véchera razbudén i vídil ye annók défe sas yedí glávï da móchi da ukradé i üchünjûno yábalko.


III.
Ο μικρός αδερφός σήκωσε το όπλο του, σημάδεψε προσεκτικά και χτύπησε το δράκο στο πόδι. Ο δράκος έφυγε χωρίς να προλάβει να πάρει το μήλο.

Míchkïyen brat ye dígnal tüfékane, ugadíl ye sas valésavanye i púknal ye défene na nagóno. Défen ye izbâgal i ne ye zaftásal da zôme yábalkono.

IV.
Ο δράκος έφυγε πληγωμένος. Καθώς έτρεχε σταγόνες από το αίμα του έπεφταν στο μονοπάτι και άφηναν σημάδια.

Défen ye izbâgal udrít. Kákna ye bâgal korftána mu ye kápala kápko pa kápko faf pótene i astávet belâgï.

V. - VI.

Τα τρία αδέλφια ξεκίνησαν για να τον κυνηγήσουν. Ακολουθώντας το αίμα περπάτησαν ώρες πολλές μέχρι που βρήκαν μια μεγάλη σκοτεινή τρύπα. Πήραν ένα πολύ μακρύ σχοινί και κατέβηκε πρώτος ο μεγάλος αδελφός. Όμως αυτός γρήγορα φοβήθηκε και φώναξε να τον τραβήξουν επάνω. Μετά κατέβηκε ο μεσαίος αδελφός αλλά και αυτός φοβήθηκε το πυκνό σκοτάδι.


Trimínana brátye tórnavot da go fíret. Kákna so slédili korftóno varvâli so mlógo saháte durgá da náydot annó gulâmo, mrácheno dúpko. Zôli so annó dlôgo fórtamo, pamóchil ye da sléze gulâmïyen brat. Ála tóy so ye bórzho upláshal i parûkal ye da si go apônot na góre. Azám ye pamóchil da sléze srédneyen brat ála i tóy so ye upláshal óti ye bîlo yátse mrácheno.



VII.
Μετά ήρθε η σειρά του πιο μικρού αδελφού. Αυτός κατέβαινε, κατέβαινε χωρίς να κουραστεί. Στο τέλος βρήκε άλλο ντουνιά, άλλο κόσμο βρήκε. Άλλος ήλιος έφεγγε εκεί. Μεγάλα λιβάδια, ποτάμια με κρύα νερά και πανύψηλα βουνά.

Azám ye dashlála sïrána náy míchkomune brátu. Tóy ye slázel, slázel bez da so umáre. Na kráyene ye nashlól drúgo dünyó, drúgok insána ye nashlól. Drúgo slóntse ye grâlo itám. Golâmï palánï, râkï sas studéno vódo i yátse visókï barchínï.

VIII.
Ο μικρός αδελφός άρχισε να περπατάει στον κάτω κόσμο. Περπάτησε, περπάτησε, στο τέλος έφτασε στο σπίτι του δράκου με τα εφτά κεφάλια. Το σπίτι ήταν δίπλα στη βρύση ενός χωριού. Ο δράκος ζητούσε να του δώσουν από το χωριό κάθε εβδομάδα από ένα μικρό κορίτσι για να το φάει. Μόνο τότε τους άφηνε να πάρουν νερό από τη βρύση.

Míchkïyen brat ye zafátil da varví na dólneno dünyó. Varvâl ye kólko varvâl, na sónane fpíra na défevono kóshto zhîyen ye imâl yedí glávï. Kóshtana ye bïlá pri annók vríse na kráy sélono. Défen ye ískal sâkatro haftó da mu dávot at sélono annó míchko momínko, za da ye izedé. Azám gi ye astável da zímot vódo ad vrisâne.

IX.
Το παλικάρι είδε ότι τα τζάμια του σπιτιού ήταν θολά από τα χνώτα του δράκου, ο οποίος κοιμόταν βαριά και ροχάλιζε. Έτσι, γρήγορα-γρήγορα δίνει μια κλωτσιά στην πόρτα, μπαίνει μέσα και πυροβολεί το δράκο μια φορά. Ο δράκος πληγωμένος του λέει:
- Χτύπα με άλλη μια φορά.
- Όχι, απαντάει το αγόρι. Εμένα μια φορά με γέννησε η μάνα μου!
Σε λίγο ο δράκος ξεψύχησε.

Kópelöno vídeva óti jámovene so mrazhgávï at défevokne dîha, tóy ye spal tôshko i gardâl ye. Inîy, bórzho-bórzho póhnava annósh vratána, vláze vótre i púka annósh défene. I défen kákna ye bïl udrít víka mu:
- Údri mo yéshte annósh.
- Néma da to údrem pak, advráshta kópelöno. Móne mo ye annósh máyka radíla.
Za málko défemune izlíza dushána.



X.
Όλο το χωριό μαζεύτηκε για να τον ευχαριστήσει που γλίτωσε τα μικρά κορίτσια. Από τώρα και μετά όποιος θέλει μπορεί να παίρνει νερό από τη βρύση χωρίς φόβο. Όλοι οι χωριανοί άρχισαν να χορεύουν και να τραγουδάνε.

Zbrálo so ye tsâlo sélono za da go berekettísa óti ye kurtulísal míchkïne momínkï. At túka nasám, katríyen íshte mózha da zíma vódo ad itám pres stráha. Vrítsi sélenine so zafátili da igrót i da payót.

XI.
Το παλικάρι συνέχισε το δρόμο του. Μετά από πολύ περπάτημα ξάπλωσε να ξεκουραστεί κάτω από ένα μεγάλο δέντρο. Πάνω στο δέντρο υπήρχε μια φωλιά με μικρά πουλάκια. Ένα πολύ μεγάλο φίδι προσπαθούσε να ανέβει στη φωλιά για να φάει τα πουλάκια.

Kópelöno si tórnava pak da varví faf pótene. Izvarvâl ye mlógo i azám lâga pad annók gulâma górma da pachûnne. Na górmane ye imâlo annó gulâmo gnâzdo sas míchkï pílentsa. Anná yátse gulâma zmiyá ye móchila da so vaskáchi na gnâzdono za da izedé míchkïne pílentsa.

XII. Το παλικάρι σκοτώνει το φίδι
Το αγόρι σημάδεψε το φίδι με το τουφέκι του και το σκότωσε. Εκείνη τη στιγμή έφτασε πάνω από το δέντρο η μάνα των πουλιών. Ήταν ένας τεράστιος γυπαετός, μεγάλος σαν αεροπλάνο. Η μάνα είδε το αγόρι να κρατάει το τουφέκι. Eπειδή νόμιζε ότι αυτός πήγε να σκοτώσει τα πουλάκια της, όρμησε να τον ξεσκίσει με τα νύχια της.

Kópelöno ugáda zmiyóno sas tüfékane i primázava ye. Inók saháte dahóde vur górmane pílentsomne máykana. Τya ye bïlá adín yátse gulâm kartál, kákta teherâ. Máykana vídeva kópelöno da darzhî tüféka. Zglâlo yi so ye óti tóy pódi da pribíye pílentsana yi i mâta mu so da go srézha sas nehténe.

XIII.
Τότε τα μικρά πουλιά άρχισαν να ξεφωνίζουν:
- Τσίου – τσίου, μαμά! Μην τον σκοτώσεις! Κοίτα κάτω στο δέντρο! Το φίδι πήγε να μας φάει και αυτός μας γλίτωσε.

Inók saháte pílentsana so zafátilï da rûkot
- Chíu -Chíu, máyko! Ne móy go pribivá! Pógli addól pad górmase! Zmiyána póysho da mi izedé i tóy mi kurtulísa.


XIV.
Η μάνα των μικρών πουλιών ήθελε να τον ευχαριστήσει και του λέει:
- Πες μου τι θέλεις να σου δώσω για το καλό που μούκανες.
- Τι να θέλω; Ένα πράγμα θέλω μόνο: Να ανέβω πάλι στον πάνω κόσμο, να γυρίσω στο σπίτι μου.
O γυπαετός απάντησε:
- Είναι πολύ μακριά! Για ένα τόσο μεγάλο ταξίδι πρέπει να μου φέρεις σαράντα φλασκιά με νερό, σαράντα σφαγμένα πρόβατα και εκατό μεγάλες φρατζόλες ψωμί, για να τρώω καθώς θα πετάω.

Pílentsomne máykana ye ískala da go berekettísa i víka mu:
- Kázhi mi, kakná íshtish da ti dam za húbavoso zhóso mi stóri.
- Kakná da íshtom? Leólu annó rábato íshtom: Da si so pókachem pak na górneno dünyó, da si so vórnom na kóshtono.
Kartálen advráshta:
- Yátse ye daléche! Za inélkus dlôga póte trâbava da mi denesésh kïrk mâhove vódo, kïrk zaklátï óftse i yüz gulâmï hlâbove, za da gi yam kákna krílem.


XV.
Το παλικάρι γυρίζει και πάλι στο χωριό όπου είχε σκοτώσει το δράκο με τα εφτά κεφάλια και λέει στους χωριανούς:
- Μπορείτε να μου δώσετε εκατό φρατζόλες ψωμί, σαράντα φλασκιά με νερό και σαράντα σφαγμένα πρόβατα;
- Για σένα που μας έσωσες; Όχι σαράντα! Πεντακόσια-σαράντα!

Kópelöno so vráshta pak na sélono kadéna ye pribíl défene sas yedíne glávï i víka sélenämne:
- Mózhate li da mi dadéte yüz hlâbove, kïrk mâhove vódo i kïrk zaklátï óftse?
- Za tébe zhïyet mi kurtulísa? Ne kïrk. Besh-yüz kïrk!


XVI.
Το παλικάρι πηγαίνει πάλι στη μάνα των μικρών πουλιών. Kανονίζουν να ξεκινήσουν νωρίς το άλλο πρωί για τον επάνω κόσμο. Όταν ξημέρωσε ανεβαίνει στα φτερά του αετού και αρχίζουν να πετάνε. Κάθε φορά που το πουλί έλεγε «γκακ» εκείνος του έδινε ψωμί, κρέας και νερό. Πήγαιναν, πήγαιναν, όλο πήγαιναν.

Kópelöno hódi pak na pílentsomne máykono. Zdumóvot so da tórnot na drúganek déne ráno sabáhlayin za nah górneno dünyó. Kugána so razvídeläva, tóy so pakáche kartálemune na krilána i zafátot da krilôt. Na säkatro kugána píleno reché “gak” tóy mu dáva hlâba, môso i vódo. Varvâli so, varvâli so, varvâli.

XVII.
Κάποια στιγμή το πουλί λέει «γκακ» αλλά τα τρόφιμα έχουν τελειώσει. Το παλικάρι σκέφτεται τι να κάνει. Τραβάει το μαχαίρι του και κόβει ένα κομμάτι κρέας από τη γάμπα του για να ταΐσει το γυπαετό. Εκείνο κατάλαβε ότι ήταν κρέας από άνθρωπο και δεν το έφαγε αλλά το έβαλε κάτω από τη γλώσσα του.
Μετά από κόπο πολύ ανέβηκαν στον πάνω κόσμο. Το παλικάρι πήδηξε κάτω από τα φτερά του πουλιού, το ευχαρίστησε και ξεκίνησε κουτσαίνοντας να πάει για το χωριό του. Τότε το πουλί τον φωνάζει και του λέει: «Έλα εδώ! Γιατί κουτσαίνεις;» Τότε ο αετός έβγαλε από το στόμα του το κομμάτι από τη γάμπα και με σάλιο το κόλλησε πάνω στο πόδι του.


Dahóde adín sahát píleno víka “gak” ála yátono so ye svórshalo. Kópelöno so chûdi kakná da právi. Izváda nózhane i adrézava annó parchô at baldîrene mu za da nahráni kartálene. Kartálen so séshta óti ye inazí bîlo insántsko môso i ne go ye izâl ála go ye klal pad yezîkane.
Póslet gulâmo umárenye vaskáchili so so na górneso dünyó. Kópelöno rîpka at pílevïne krilá, berekettísava go i tórnal ye da kútsa i da varví nah sélono. Inagáne píleno go parûkava i víka mu: «Yéla itúy. Óti kútsash? «Inagáne kartálen iskárava baldîrevono parchó ad ustána i sas slûnkï mu si ye zalépe na nagóno.


XVIII.
Σε λίγο το παλικάρι γύρισε στο σπίτι του και είπε στους δικούς του τι είχε γίνει στον κάτω κόσμο. Όλοι τον φιλούσαν και τον αγκάλιαζαν με πολύ αγάπη.

Za málko kópelöno so vráshta na kóshtono i kázava tógavâmne kakná ye stánalo na dólneno dünyó. Vrítsi so go ablûbeli i apklûcheli sas gulâmo drágo.