Κυριακή 5 Νοεμβρίου 2017

Παναγιώτης Κουσίδης: Η μειονοτική μας πολιτική




     Η μειονοτική μας πολιτική

                                                          ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΥΣΙΔΗ
    
ΜΕΡΟΣ   Α΄

Στην Ελληνική Δυτική Θράκη, από την ενσωμάτωσή της στην Ελλάδα το 1920, πέραν της πλειονότητας των ελληνόφωνων Ελλήνων διαβιούν και κάποιοι αλλόγλωσσοι και αλλόθρησκοι πληθυσμοί, που με βάση τα νομικά κείμενα ορίζονται ως «Μουσουλμανική Μειονότητα». Ο ορισμός αυτός δεν έγινε με βάση την φυλετική καταγωγή ή εθνότητα αλλά στη βάση της θρησκείας. Οι πληθυσμοί αυτοί εξαιρέθηκαν από την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λωζάννης του 1923. Το αποτέλεσμα ήταν να προκύψει στην Ελληνική Θράκη ένα μωσαϊκό ομάδων με διαφορετικές γλώσσες, θρησκείες και πολιτιστικές παραδόσεις.

Πέραν της Ελληνικής γλώσσας στην περιοχή ομιλείται ως μητρική γλώσσα η Τουρκική από τους Τουρκογενείς, η Πομακική (χωρίς γραφή) που ομιλείται στην καθημερινή τους ζωή από τους Πομάκους και η Ρομανική ή Τσιγγάνικη από τους Τσιγγάνους.

Περίοδος 1920 – 1950
Την περίοδο αυτή δεν υπήρχαν τριβές και ανταγωνισμοί μεταξύ των δύο κοινοτήτων. Οι πληθυσμοί ήταν περιχαρακωμένοι, μέσα στα πλαίσια της δικής τους εθνο-ομολογιακής ομάδας. Μάλιστα αυτή την περίοδο Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι υπήρχαν και δρούσαν στα πλαίσια της παραδοσιακής αγροτικής κοινωνίας και οικονομίας. Η στάση της ελληνικής πολιτείας απέναντι στη μειονότητα χαρακτηρίζεται από ηπιότητα και ειρηνική συνύπαρξη.

Ενώ η Ελλάδα δεν είχε από την αρχή κάποιο συγκεκριμένο σχέδιο για τη μειονότητα, η Τουρκία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τους Μουσουλμάνους της Θράκης από πολύ νωρίς.

Με την ίδρυση μάλιστα του τουρκικού προξενείου στην Κομοτηνή το 1930 αρχίζει η συστηματική απόπειρα του τουρκικού κράτους για προσέγγιση της μειονότητας και παρέμβαση στα εσωτερικά της. Η ελληνική πολιτεία, εκτός από κάποια προληπτικά και περιοριστικά μέτρα κατά της μειονότητας, παρακολουθεί και δυσαρεστείται από τις εξελίξεις αλλά δεν αντιδρά, επιθυμώντας να έχει καλές σχέσεις με την Τουρκία.

Η ελληνική πολιτεία αυτή την περίοδο διαπράττει ένα επικίνδυνο λάθος με την υποχρέωση σε όλους του μουσουλμάνους να διδάσκονται στην Τουρκική γλώσσα. Αυτό προξένησε σοβαρά προβλήματα ιδιαίτερα στους Πομάκους και στους Τσιγγάνους να υποστούν μια ισχυρή πίεση εκτουρκισμού τους, διότι, όπως είναι γνωστό, η γλώσσα ενός λαού διαμορφώνει εθνική συνείδηση. Τα υπόλοιπα τα ανέλαβε το τουρκικό προξενείο και η ΄Αγκυρα με την προπαγάνδα, τους καταναγκασμούς και τις ιδιαίτερες εξυπηρετήσεις για βοήθεια στις σπουδές και σε πολλούς άλλους τομείς.

Περίοδος 1950 – 1965
Την περίοδο αυτή, ενώ από τη μια πλευρά συντελείται η πολιτισμική ομογενοποίηση των Ελλήνων Χριστιανών Θρακιωτών με τον υπόλοιπο Ελληνισμό, από την άλλη πλευρά η μειονότητα ακολουθεί σε γενικές γραμμές μια μάλλον καθοδική πορεία εξ αιτίας της σημαντικής διαρροής μειονοτικών κεφαλαίων αλλά και εγκεφάλων στην Τουρκία, που ακολουθείται από τη μετανάστευση σημαντικού αριθμού μειονοτικών.

Παράλληλα μέσα από τη μειονοτική εκπαίδευση που ελέγχεται πια σε μεγάλο βαθμό από την Τουρκία, επιχειρείται συστηματικά η καλλιέργεια τουρκικής εθνικής ταυτότητας και η μετεξέλιξη των «Μουσουλμάνων σε Τούρκους.

Εκείνη την περίοδο ψυχραίνονται οι σχέσεις των πλειονοτικών και των μειονοτικών εξ αιτίας των δυσμενών συνθηκών στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αφενός εξ αιτίας του Κυπριακού (Ε.Ο.Κ.Α. ΄Ενωση με την Ελλάδα κ.ά) και αφετέρου για τα καταπιεστικά μέτρα  διωγμού (1955 και 1965) που ασκεί η Τουρκία στην Ελληνοορθόδοξη μειονότητα της Κωνσταντινούπολης και για τα απάνθρωπα ανθελληνικά γεγονότα από τουρκικές ορδές στην Κων/πολη και στη Σμύρνη, τα λεγόμενα στην ιστορία «Σεπτεμβριανά» του 1955.



ΜΕΡΟΣ   Β΄  

 Περίοδος   1965 – 1978
΄Ηδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, μέσα στο ευρύτερο ψυχροπολεμικό κλίμα, η σχέση της μειονότητας με την Τουρκία αφενός ισχυροποιείται και αφετέρου στιγματίζεται. Ωστόσο, δεν υπάρχουν σημαντικές κινήσεις σε βάρος των μειονοτικών. Από το 1967 είναι διάχυτη η εκτίμηση ότι το μειονοτικό ζήτημα αποτελεί έκφανση του «Τουρκικού κινδύνου» και πρέπει να αντιμετωπιστεί δραστικά.

Αξιοσημείωτο είναι ότι η πολιτική για τη μειονότητα δεν είναι δημοσίως διακηρυγμένη και γνωστή, δεν έχει στη βάση της νόμους αλλά αποφάσεις και διεκπεραιώνεται μέσα από μια σειρά απόρρητες αλληλογραφίες και ειδικές οδηγίες.

Το 1967, η έλευση της χούντας στην εξουσία, σηματοδοτεί την έναρξη άσκησης μιας έντονης αντιμειονοτικής πολτικής. Η πίεση στους μειονοτικούς συνεχίζεται με τα γνωστά μέτρα – προσκόμματα που δίνουν την ευκαιρία στην Τουρκία να τα καπηλεύεται και να τα εκμεταλλεύεται παντοιοτρόπως.

Η συμπεριφορά της Ελλάδας έχει άμεσες επιδράσεις στο εσωτερικό της μειονότητας. Τα διάφορα περιοριστικά μέτρα σε βάρος της συσπειρώνουν και ομογενοποιούν επί το «τουρκικότερο» και εθνικιστικότερο τους μειονοτικούς και επιτρέπουν στην Τουρκία να εμφανίζεται και να επιχειρεί να παρέμβει, ως μητέρα – πατρίδα και προστάτης. Οι δεν μειονοτικοί διαμαρτύρονται για στέρηση των δικαιωμάτων τους.

Περίοδος 1974 – 1981
Το 1974, η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο, σηματοδοτεί την έναρξη μιας εξάμηνης περιόδου εξαιρετικά έντονων πιέσεων στη μειονότητα, στα πλαίσια της λογικής περί – συλλογικής ευθύνης -. Η μειονότητα θεωρήθηκε σχεδόν συνυπεύθυνη για όσα συμβαίνουν στην Κύπρο. Η μειονότητα, μετά τα δραματικά, και διεθνώς παράνομα και καταδικαστέα με ψηφίσματα του ΟΗΕ,  γεγονότα της εισβολής και κατοχής στην Κύπρο, θεωρείται ακόμα περισσότερο ανεπιθύμητη.

Την περίοδο αυτή ξεκινά από υποστηρικτές των τουρκικών συμφερόντων μία διεθνής εκστρατεία, με στόχο την προβολή στη διεθνή κοινή γνώμη της θέσης ότι στην Ελληνική Θράκη υπάρχει μια τουρκομουσουλμανική κοινότητα η οποία καταπιέζεται από την ελληνική διοίκηση. Μέρος της κίνησης αυτής αποτελεί, με την σαφή ενθάρρυνση της ΄Αγκυρας, η ίδρυση συλλόγων Τούρκων της Δυτικής Θράκης. Η κίνηση αυτή εκδηλώνεται τόσο στην Τουρκία όσο και σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, με στόχο τη διεθνοποίηση του θέματος περιορισμού τάχα των δικαιωμάτων της μειονότητας.


Περίοδος 1981 – 1988
Κατά την περίοδο αυτή, η συνολικότερη βελτίωση των σχέσεων κράτους – πολίτη φαίνεται να επηρεάζουν και την μειονοτική πολιτική. Ωστόσο υπάρχουν ακόμα περιορισμοί στην μειονότητα.

Η περίοδος αυτή είναι σημαντική, τόσο σε επίπεδο πολιτικής συνειδητοποίησης, όσο και δράσης της μειονότητας, και σημαδεύεται από μια σειρά κινητοποιήσεων. Το 1982, με αφορμή το ιδιοκτησιακό, γίνεται μια μαζική και μεγάλης κλίμακας διαμαρτυρία των μειονοτικών. Ενώ σ΄αυτή τη δεκαετία μια από τις πιο σημαντικές και προβεβλημένες κινητοποιήσεις της μειονότητας είναι ο αγώνας για την αναγνώριση των πανεπιστημιακών τίτλων που αποκτούσαν οι μειονοτικοί από τα πανεπιστήμια της Τουρκίας.

Ως μέρος των μειονοτικών διεκδικήσεων/κινητοποιήσεων κατά τη δεκαετία του 1980, μπορεί να θεωρηθεί και το ζήτημα της εκλογής Μουφτή. Η ελληνική πολιτεία απαγορεύει τη χρήση των όρων Τουρκικός – από ονομασίες μειονοτικών Ενώσεων. Από τότε οι μειονοτικοί κύκλοι, αρνούμενοι τον διορισμό Μουφτή από την πολιτεία, προβαίνουν στην άτυπη εκλογή ως Μουφτή (ψευδομουφτή) ατόμων της αρεσκείας τους, καθώς και της αρεσκείας του προξενείου. ΄Ετσι οι νομοί Ξάνθης και Ροδόπης διαθέτουν από δύο Μουφτήδες, έναν νόμιμο και έναν παράνομο.



ΜΕΡΟΣ  Γ΄

Περίοδος   1988 – 1991
Η περίοδος 1988 – 1991 μπορεί να χαρακτηριστεί ως η σημαντικότερη στην ιστορία των σχέσεων πολιτείας και μειονότητας, κυρίως λόγω των έντονων αντιπαραθέσεων, σε βαθμό σύγκρουσης, που είχαν ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί τελικά το Ελληνικό κράτος σε αλλαγή μειονοτικής πολιτικής.

Αρχή της περιόδου αυτής αποτελεί η μεγάλη κινητοποίηση της μειονότητας για στήριξη του υπόδικου, ανερχόμενου τότε, μειονοτικού ηγέτη Αχμέτ Σαδίκ, κατά την εκδίκαση των υποθέσεών του (κατηγορούνταν για συκοφαντική δυσφήμιση, διασπορά ψευδών ειδήσεων και πλαστογραφία), τον Ιούνιο και κυρίως τον Δεκέμβριο του 1988. Κατά τις κινητοποιήσεις αυτές γίνεται για πρώτη φορά εμφανώς ορατή η παρουσία και η δράση της Τουρκίας.

Συνέχεια των γεγονότων του 1988 (διαδηλώσεις στην Κομοτηνή και δίκες Αχμέτ Σαδίκ, κύριο χαρακτηριστικό των οποίων υπήρξε η μεγάλη ένταση, αποτελεί η κάθοδος ανεξάρτητων μειονοτικών συνδυασμών στις εκλογές της 18ης Ιουνίου 1989.

Οι ανεξάρτητοι υποψήφιοι και ιδιαίτερα ο Αχμέτ Σαδίκ τυγχάνουν συστηματικής υποστήριξης από την Τουρκία και προβάλλονται από την τουρκική τηλεόραση και το ραδιόφωνο, που παρακολουθούν ανελλιπώς καθημερινά όλοι οι μειονοτικοί. Κινούνται τονώνοντας το τουρκικό εθνικό φρόνημα – αίσθημα και δημιουργούν πόλωση και διχασμό ανάμεσα στους πλειονοτικούς και μειονοτικούς.

Κατά τις εκλογές της 08-04-1990, εκλέγονται οι ανεξάρτητοι μειονοτικοί βουλευτές Α. Σαδίκ στη Ροδόπη και Α. Φαίκογλου στην Ξάνθη και πάλι με τη συνήθη συστηματική στήριξη του προξενείου και της Τουρκίας.

Περίοδος   1991 – 1995
Την περίοδο αυτή η ελληνική πολιτεία, κινούμενη στα πλαίσια της παραδοσιακής λογικής αντιμετώπισης του μειονοτικού ζητήματος, προχωρά στις 23-10-1990 στην ψήφιση νέου εκλογικού νόμου που έθετε ως προϋπόθεση για εισαγωγή ενός κόμματος στην ελληνική Βουλή την εξασφάλιση του 3% των ψήφων σε πανελλαδικό επίπεδο, αποκλείοντας έτσι, ουσιαστικά, τη δυνατότητα εκλογής ανεξάρτητου μειονοτικού βουλευτή. Αυτός ο νόμος δεν απέκλειε βέβαια την εκλογή μειονοτικού σε ψηφοδέλτιο ελληνικού κόμματος.

Η κίνηση που σηματοδοτεί την εφαρμογή της νέας ελληνικής πολιτικής πάνω στο μειονοτικό είναι η ομιλία του τότε πρωθυπουργού στην Ξάνθη στις 13 Μαίου 1991. Εκεί, ο έλληνας πρωθυπουργός μιλά για λάθη του παρελθόντος, θέτει το αποδεκτό πλαίσιο –ταυτότητας- της μειονότητας, δηλαδή, (μουσουλμανική μειονότητα που αποτελείται από Τουρκογενείς, Πομάκους και Τσιγγάνους), δηλώνει ότι το μειονοτικό είναι αυστηρά εσωτερικό ζήτημα της Ελλάδας και τονίζει την αποφασιστικότητα της πολιτείας να διασφαλίσει την ισονομία και ισοπολιτεία για όλους τους κατοίκους της Θράκης, και Χριστιανούς και Μουσουλμάνους.

Αυτό βέβαια δεν σήμαινε ότι όλα τα προβλήματα θα λυνόταν αυτομάτως, διότι οι δηλώσεις του πρωθυπουργού κινούνταν σε επίπεδο προθέσεων. Βέβαια η αλλαγή πολιτικής στο μειονοτικό δεν είχε μόνο οπαδούς. Υπήρχαν αντιδράσεις τόσο από ΄Ελληνες πλειονοτικούς όσο και από μειονοτικούς. ΄Ηταν εμφανές ότι πολλά ηγετικά στελέχη της μειονότητας είχαν σημαντικές αντιρρήσεις, καθώς φοβούνταν ότι μπορεί να χάσουν το ρόλο και την επιρροή τους. Γι αυτό προσπαθούσαν να καλλιεργήσουν κλίμα καχυποψίας, ανασφάλειας και δυσπιστίας ανάμεσα στα σύνοικα στοιχεία.


Μέρος Δ΄  (Τελευταίο)

 Περίοδος  1995 – 2000
Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της περιόδου αποτελεί η ομαλοποίηση της εκπροσώπησης μειονοτικών σε εθνικό επίπεδο (μέσω ελληνικών κομμάτων) με την επάνοδο Θρακιωτών μουσουλμάνων μειονοτικών βουλευτών στην Ελληνική Βουλή.

Η πολιτική της –ισονομίας και ισοπολιτείας- συνεχίζεται με την κατάργηση της επιτηρούμενης ζώνης (της λεγόμενης μπάρας) από τον υπουργό Εθνικής Αμύνης (17-05-1995). Κίνηση που προξενεί ιδιαίτερη ικανοποίηση στους μειονοτικούς και δυσαρέσκεια στην Τουρκία και σε κύκλους της Θράκης.

Επόμενο βήμα αποτελεί η κατάργηση του άρθρου 19 του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (11-06-1998) από τον τότε υπουργό Εξωτερικών.

Την περίοδο αυτή λαμβάνεται και το πρώτο μέτρο θετικής διάκρισης υπέρ των μειονοτικών. Με εισήγηση του υπουργού Παιδείας και με τον νόμο 2341 (2:1)/ ΦΕΚ 208/Α/06-10-1995 εκχωρείται ποσοστό 0,5% πλέον των υπαρχόντων θέσεων σε Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. σε υποψήφιους φοιτητές που προέρχονται από τη μειονότητα. Ο νόμος ψηφίστηκε από όλα τα κόμματα, εκτός του ΚΚΕ, ενώ συναντά μεγάλη αντίδραση από μερίδα της πλειονότητας στη Θράκη.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1990 φαίνεται πως είχε επέλθει εξομάλυνση στις σχέσεις μεταξύ πολιτείας και μειονότητας και μια σημαντική βελτίωση στις σχέσεις μεταξύ πλειονοτικών και μειονοτικών, ενώ παράλληλα άρχισε να γίνεται ορατή η μείωση των κοινωνικοοικονομικών διαφορών μεταξύ πλειονοτικών και μειονοτικών. Ενώ η ΄Αγκυρα συνεχίζει να επιδιώκει την αναθεώρηση της Συνθήκης  της Λωζάννης.

΄Αφιξη στη Θράκη προσφύγων από χώρες της πρώην Σοβιετικής ΄Ενωσης.
Στην αρχή της δεκαετίας του 1990 αρχίζουν να καταφθάνουν και στη Θράκη ελληνικής καταγωγής πρόσφυγες από χώρες της πρώην Σοβιετικής ΄Ενωσης, ενώ λίγο αργότερα υπάρχει συστηματική και μαζική άφιξη τέτοιων πληθυσμών, στα πλαίσια ενός κρατικού προγράμματος με προφανή και δηλωμένο στόχο «Την τόνωση του Ελληνισμού στην ακριτική περιοχή της Θράκης».

Οι πληθυσμοί που φθάνουν και εγκαθίστανται στη Θράκη προέρχονται από περιοχές του Καυκάσου και έχουν θλιβερές εμπειρίες σύγκρουσης με μουσουλμανικούς πληθυσμούς, ενώ παράλληλα, σε κάθε ευκαιρία, αναδεικνύουν την ελληνική τους καταγωγή και προασπίζονται την ελληνικότητά τους.

Αντιλαμβάνονται τον ρόλο που τους επιφυλάσσει το κράτος για ενίσχυση του ελληνοχριστιανικού πληθυσμού. Ταυτόχρονα όμως καταλαβαίνουν καλά ότι είναι υποχρεωμένοι να ζήσουν στην αρχή χωρίς περιουσία σε μια νέα χώρα και παράλληλα συνειδητοποιούν ότι οι γνώσεις που φέρουν έχουν ελάχιστη ανταλλακτική αξία. ΄Ετσι είναι υποχρεωμένοι, τα πρώτα χρόνια τουλάχιστον, να κάνουν βιοπορισμό μέσω «μαύρης» ή χαμηλά αμειβόμενης εργασίας.

Οι αλλαγές που επήλθαν στον τομέα αυτό στη Θράκη από την άφιξη των προσφυγικών πληθυσμών από χώρες της πρώην Σοβιετικής ΄Ενωσης δεν έχουν μελετηθεί σε βάθος. Γεγονός αναντίρρητο είναι ότι η εγκατάσταση ελληνορθόδοξων προσφυγικών πληθυσμών στη Θράκη είχε θετικές εξελίξεις και άλλαξε αρκετά τις πληθυσμιακές ισορροπίες στην περιοχή μας.

Από το 2000 και μέχρι σήμερα η μειονοτική πολιτική της Ελλάδας χαρακτηρίζεται για την ηπιότητα και τον κατευνασμό. Ενώ στο γενικότερο πλαίσιο των τουρκικών προκλήσεων και διεκδικήσεων, κλιμακώνονται οι παρεμβάσεις της ΄Αγκυρας και οι επισκέψεις Τούρκων αξιωματούχων στην Ελληνική Θράκη. Δυστυχώς η υποχωρητικότητα της σημερινής κυβέρνησης την οδηγεί σε ψήφιση τροπολογίας για αναγνώριση της Τουρκικής ΄Ενωσης Ξάνθης παραβιάζοντας κατάφωρα τη Διεθνή Συνθήκη της Λωζάννης.
  

Πηγή: Ερευνητικό Πρόγραμμα Πανεπιστημίου Μακεδονίας

Η περηφάνια των Πομάκων

Η περηφάνια των Πομάκων
                                                                                          
ΤΟΥ ΚΟΥΣΙΔΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ

Είναι γνωστοί οι μέθοδοι που χρησιμοποιεί το Τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής για τον εκτουρκισμό όλων των μουσουλμανικών πληθυσμών και ιδιαίτερα των Πομάκων. Είναι επίσης γνωστή η χρηματοδότηση, τα μυστικά κονδύλια και κάθε άλλη υποστηρικτική βοήθεια που λαμβάνει από την ΄Αγκυρα για την υποβοήθηση και στήριξη του ρόλου του στην Κομοτηνή και σε ολόκληρη τη Θράκη.

Οι πράκτορες του Προξενείου, για να υπερκεράσουν τη διαφορετικότητα των Πομάκων από τους Τούρκους όσον αφορά το εθνοφυλετικό, το γλωσσικό και το πολιτιστικό, δίνουν έμφαση στην κοινή θρησκεία του Ισλαμισμού, αλλά και σ΄αυτό ακόμη υπάρχουν διαφορές, αφού οι Πομάκοι είναι Μπεκτασήδες.

΄Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιεί κατά κόρον το Προξενείο είναι η πικρή αλήθεια ότι το ελληνικό κράτος  έχει εγκαταλείψει τους Πομάκους εδώ και πολλές δεκαετίες και δεν ενδιαφέρεται σοβαρά για την επίλυση των αμέτρητων προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα Πομακοχώρια της ορεινής Θράκης. Πέρα από το γεγονός που τους ανάγκασε να διδάσκονται την τουρκική γλώσσα και έδωσε στην Τουρκία ένα ισχυρό όπλο για τον εκτουρκισμό των Αλεβιτών- Μπεκτασήδων Πομάκων.

Το τουρκικό προξενείο προσπαθεί επίσης να δελεάσει, να εκβιάσει και να προσελκύσει-προσεταιριστεί τους Πομάκους με διάφορες υποσχέσεις και ανταλλάγματα προσωπικής ή οικογενειακής βοήθειας.

Από την «Ζαγάλισα» που είναι η φωνή των Πομάκων και η παλαιότερη πομακική εφημερίδα πληροφορούμαστε για σοβαρά παράπονα των Πομάκων της ορεινής Ροδόπης. Συγκεκριμένα διαμαρτύρονται ότι πολλοί δρόμοι των χωριών δεν έχουν ασφαλτοστρωθε πλήρως. ΄Όταν βέβαια βρέξει ή χιονίσει οι χωματόδρομοι γεμίζουν λάσπες και λακκούβες και κάνουν δύσκολη την οδική επικοινωνία των κατοίκων. Αναφέρονται συγκεκριμένα στο δρόμο από την Σμιγάδα προς τα χωριά Μυρτίσκη και Άνω Βυρσίνη αλλά και άλλα χωριά της κοινότητας Οργάνης, όπως Σαρακηνή και Κύμη. Τελικά αναρωτιούνται αν έχουν τα ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους έλληνες πολίτες. Τα πομακοχώρια της Ροδόπης, της Ξάνθης και του ΄Εβρου έχουν αδειάσει και αδειάζουν συνεχώς, προς μεγάλη χαρά και ικανοποίηση των Τουρκόψυχων.

Ωστόσο αντιστέκονται και δεν δηλώνουν Τούρκοι, γιατί είναι περήφανοι για τη δική τους καταγωγή και φυλή με τα δικά τους ξεχωριστά χαρακτηριστικά, γλώσσα, ήθη και έθιμα. Η εφημερίδα τους «Ζαγάλισα» μάλιστα πανηγυρίζει με τον τίτλο: “ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Η επισημότερη αναγνώρισή μας! Ο Ερντογάν αναγνωρίζει ότι οι Πομάκοι δεν είναι Τούρκοι».

Η περηφάνια τους αυτή για την καταγωγή, για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και για την γλώσσα τους την Πομακική αντανακλάται στο παρακάτω ποίημα ενός Πομάκου που δημοσιεύεται στην «Ζαγάλισα».

Γεννήθηκα Πομάκος
Μεγάλωσα στα πράσινα βουνά      
Κι όργωσα τη γη σκληρά                   
΄Οπως κάνανε γενιές    
πριν από μένανε πολλές.            

Με τ΄Αλεξάνδρου την πνοή
Αιώνες μάχησα στη γη,
Τον οχτρό μου να πατήσω
Το χωριό μου να κρατήσω.
               
Απ΄της μάνας μου το στήθος
έμαθα πως είναι μύθος,
Οτ΄είμαι Αγαρηνός        
Υποχείριο καθενός.

Μήτε Τούρκος, μήτε Σλάβος     
 Μήτε γενίτσαρος κουρσάρος,     
 Γεννήθηκα Πομάκος
Θρακιώτης μονομάχος.                       
                                                                               
 Των γονιών μου ιστορίες                    
Και γερόντων νουθεσίες,                     
Μου΄ μάθαν για κατακτητές          
Που΄ ρθαν στη Ροδόπη          
απ΄το χτες                                                   
Κάποιοι ξένοι…..
Δε μ΄αφήσαν να μιλήσω
άσμα να τραγουδήσω,

Στη γλώσσα την Πομακική
Τη δική μου μητρική
Όμως εγώ,
τυμπανίζω δια παντός
πως…..
Τη γλώσσα μου ΄δώσαν
Πομακική
Στερνή κληρονομιά

σημαντική.

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Οδοιπορικό στα Πομακοχώρια του 1962

Οδοιπορικό στα Πομακοχώρια
                                                                       
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΥΣΙΔΗ*   

ΜΕΡΟΣ Α΄

Παρά το προχωρημένο της ηλικίας μου δεν μπόρεσα να αντισταθώ στη νοσταλγία μου για να επισκεφθώ για τελευταία φορά όλα εκείνα τα μέρη της ορεινής Ροδόπης όπου υπηρέτησα ολόκληρη τη στρατιωτική θητεία μου. Μετά από τουλάχιστον μισό αιώνα και συγκεκριμένα 1962-2017=55 χρόνια. ΄Εκανα το τόλμημα και αποφάσισα με τη συνοδεία της γυναίκας μου να επισκεφθώ τους περισσότερους τόπους που γνώρισα και βίωσα κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Δόκιμος Ανθυπολοχαγός στην προκάλυψη της Ανατ. Ορεινής Ροδόπης σε ένα τμήμα της ομώνυμης οροσειράς στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Πριν όμως περιγράψω την επίσκεψή μου στα Πομακοχώρια μετά από 55 χρόνια που την θεωρώ προσκύνημα στους τόπους όπου ανάλωσα ένα σημαντικό μέρος της νιότης μου, θα ήθελα να αναπτύξω το σύντομο στρατιωτικό ιστορικό μου.
Μετά την προκαταρτική εκπαίδευσή μου στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων (ΚΕΝ) Κορίνθου και την  επιλογή μου ως Υποψηφίου Εφέδρου Αξιωματικού (ΥΕΑ), έκανα τη βασική μου 6/μηνιαία εκπαίδευση στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ) στο Ηράκλειο της Κρήτης. Στη συνέχεια έκανα τη συμπληρωματική μου εκπαίδευση στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Καταδρομών (ΚΕΚ) Ρεντίνης δίπλα στη λίμνη Βόλβη Θεσσαλονίκης.
Από εκεί πήρα τη Διατακτική να παρουσιαστώ στο 29ο Μηχανοκίνητο Σύνταγμα που εδρεύει στην Κομοτηνή. Είμασταν μια παρέα με δύο Κομοτηναίους και έναν Ξανθιώτη. Αλλά εκεί χώρισαν οι δρόμοι μας. Παρουσιαστήκαμε στον Συνταγματάρχη, ο οποίος μας τοποθέτησε με την εξής λογική: Εσείς οι δύο Κομοτηναίοι θα τοποθετηθείτε στο 558 Μηχανοκίνητο Τάγμα Διοίκησης και θα υπηρετήσετε στην Κομοτηνή. Εσείς οι δύο θα τοποθετηθείτε και θα υπηρετήσετε στο 511 Τάγμα Προκαλύψεως. Εμπρός λοιπόν να παρουσιαστείτε στους διοικητές σας. Χωρίς καθυστέρηση παρουσιαστήκαμε στον Ταγματάρχη, ο οποίος μας τοποθέτησε με την εξής λογική: Εσύ που είσαι από την Ξάνθη τοποθετείσαι στο Λόχο Νυμφαίας που συνορεύει με την πατρίδα σου, κι εσύ που είσαι από τον ΄Εβρο τοποθετείσαι στον Λόχο Τσαρδακλή που γειτνιάζει με τον νομό σας. Μετά από έξι μήνες θα φροντίσω να κατεβείτε στην Κομοτηνή. Απευθυνόμενος σε εμένα είπε: Μεθαύριο πρωί στις 10 αναχωρεί η καναδέζα (στρατιωτικό όχημα) με τα ώνια για το Λόχο σου. Να είσαι εδώ για να σε μεταφέρει στο Τσαρδακλή, στο ύψωμα Ακρίτας.
Τη μεθεπόμενη ξεκινήσαμε με τις καλύτερες ανοιξιάτικες καιρικές προϋποθέσεις. ΄Οσο η καναδέζα πορεύονταν σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους και πεδινές εκτάσεις, μέχρι το κεφαλοχώρι Φιλλύρα, δεν είχα καταλάβει κάτι από προκάλυψη. ΄Οταν όμως αρχίσαμε να ανηφορίζουμε σε κακοτράχαλους χωματόδρομους και δασοσκέπαστες περιοχές, περνώντας μέσα ή δίπλα από τα χωριά Δοκός, Σκιάδα, Δροσιά και Κάτω Βυρσίνη, τα οποία όπως με ενημέρωσε ο υπαξιωματικός ωνίων επρόκειτο για Πομακοχώρια, άρχισα να καταλαβαίνω ότι πορευόμαστε σε ορεινές εκτάσεις με μεγαλύτερη και πυκνότερη δασοκάλυψη.

Μετά από κοπιαστική διαδρομή φτάσαμε επιτέλους στην κορυφή του υψώματος Τσαρδακλή-Ακρίτας όπου δέσποζε το κτηριακό συγκρότημα του Λόχου. ΄Ένα επιβλητικό διοικητήριο στο πρώτο επίπεδο και κάπου κοντά ένα μικρό κτήριο διαβιβάσεων. Στα υψηλότερα επίπεδα ήταν το κτήριο-κοιτώνας για τους υπαξιωματικούς και τους στρατιώτες-οπλίτες και κάπου εκεί κοντά η αποθήκη, τα μαγειρεία και το εστιατόριο του Λόχου.

ΜΕΡΟΣ Β΄

Μετά την κοπιαστική άφιξή μας στο Λόχο παρουσιάστηκα αμέσως στον Λοχαγό-διοικητή και έγιναν οι απαραίτητες γνωριμίες συστάσεις και οδηγίες για τα καθήκοντά μου ως διμοιρίτη αξιωματικού. Με ενημέρωσε επίσης ότι στο Τσαρδακλή είχαμε μια δύναμη διμοιρίας με περίπου 35 άνδρες υπαξιωματικούς και τυφεκιοφόρους. Μαζί με τους μαγείρους, τους ημιονηγούς-μουλαράδες και ασυρματιστές-διαβιβαστές. Βέβαια τα τηλέφωνα εκείνης της εποχής ήταν τα γνωστά χειροκίνητα καβουρντιστήρια με μανιβέλα. Το χειμώνα που δεν μπορούσε το στρατιωτικό καμιόνι να ανεβεί στο ύψωμα για ανεφοδιασμό, χρησιμοποιούσαμε πέντε μουλάρια με τους ημιονηγούς για να μεταφέρουμε τα ώνια από τη Φιλλύρα ως την έδρα του Λόχου. Για τις έκτακτες καταστάσεις αποκλεισμού υπήρχαν βέβαια στην αποθήκη εφεδρικές γαλέτες και συντηρημένα τρόφιμα. Διαθέταμε επίσης και ένα άλογο για τις μετακινήσεις του Λοχαγού.
Με ενημέρωσαν επίσης ότι βορειότερα και πλησιέστερα προς τα σύνορα είχαμε τη διμοιρία Καρδάμου με δύο φυλάκια επί της συνοριογραμμής, το ένα της Σαρακηνής και το άλλο στην Κύμη. Στην βορειοανατολική πλευρά του Λόχου είχαμε τη διμοιρία της Σμιγάδας με τα δύο συνοριακά φυλάκια, το Φαντάρος και το Τέσσερα. Συνολική δύναμη του Λόχου προκαλύψεως με περίπου 100 άνδρες. Η περιοχή ευθύνης μας χαρακτηρίζονταν επιτηρούμενη ζώνη, όπου χρειάζονταν ειδική άδεια εισόδου από στρατιωτική υπηρεσία για όσους δεν ήταν μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής και βορειότερα κοντά στα σύνορα ήταν απαγορευμένη ζώνη. Τότε τα σύνορά μας φυλάσσονταν αυστηρώς και ενδελεχώς.
Ο χειμώνας του 1962-63 ήταν ο βαρύτερος και δριμύτερος χειμώνας της εικοσαετίας. Το χιόνι έφθασε μέχρι το ύψος των παραθύρων μας και δεν έλιωνε για πολλές εβδομάδες. Ευτυχώς που οι Πομάκοι της περιοχής είχαν προμηθεύσει όλα τα φυλάκια με δεκάδες τόνους ξύλα από μεσέδες και οι ξυλόσομπες δούλευαν μερόνυχτα και ασταμάτητα.
Από τη γνωριμία μου με τους Πομάκους αποκόμισα την εντύπωση πως πρόκειται για φιλήσυχους, νομοταγείς και καλοπροαίρετους ανθρώπους. Φυλετικά και φυσιογνωμικά καμία σχεδόν ομοιότητα με τους Τούρκους και τους Σλάβους και χρώμα δέρματος καστανόξανθο χωρίς μογγολικά χαρακτηριστικά.
Μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι ενώ γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα και κυρίως οι γυναίκες δεν μιλούσαν ούτε επαρκώς την Ελληνική. Ρώτησα αργότερα τον Μουχτάρ (πρόεδρο) της Σμιγάδας να μου εξηγήσει το φαινόμενο και μου απάντησε ότι αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους: Πρώτον, ότι τα παιδιά δεν τα στέλνουν κανονικά και τακτικά στο σχολείο, γιατί τα χρησιμοποιούν ως τσοπανόπαιδα στα κοπάδια και σε  άλλες δουλειές. Δεύτερον, υπάρχει η αναγκαστική τριγλωσσία στο σχολείο, όπου δεν μπορούν να μάθουν ταυτόχρονα την Ελληνική και την Τουρκική ως ξένες γλώσσες και γι αυτό περιορίζονται στην μητρική Πομακική. Τρίτον, ζουν απομονωμένοι από τον έξω κόσμο χωρίς επαφές και επικοινωνίες και γι αυτό αναπαράγουν τη δική τους γλώσσα και τον πολιτισμό του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος.
Στις ασχολίες των Πομάκων η καπνοκαλλιέργεια ήταν και είναι η κύρια και βασική σε συνδυασμό με την κτηνοτροφία αιγοπροβάτων και κυρίως αιγών που μπορούν να κινούνται και να τρέφονται ευκολότερα στα ανώμαλα εδάφη. Σε αναγκαίες ποσότητες καλλιεργούσαν σιτάρι, σίκαλη, καλαμπόκι και πατάτες. Σε κάποιο βαθμό ασχολούνται και με την υλοτομία. Ωστόσο, γενικά οι Πομάκοι συνιστούν μια ξεχωριστή ορεινή μουσουλμανική πληθυσμιακή ομάδα της ορεινής Ροδόπης και Ξάνθης που αντιστέκεται σθεναρά τόσο στον εκτουρκισμό όσο και στον εξελληνισμό.


ΜΕΡΟΣ Γ΄

Στα μέσα του χειμώνα και στις αρχές του νέου έτους 1963 ο Λοχαγός με διέταξε να μεταβώ, να εγκατασταθώ και να αναλάβω τη διμοιρία της Σμιγάδας για κάλυψη κενού του προηγούμενου διμοιρίτη που πήρε απολυτήριο. Διαμαρτυρήθηκα έντονα και ανθρώπινα αλλά με στρατιωτική πειθαρχία. Πήρα τηλέφωνο στον Ταγματάρχη και του υπενθύμισα την υπόσχεσή του ότι θα με κατεβάσει στην Κομοτηνή. Αντί γι αυτό με έστειλαν βορειότερα και μακρύτερα. Οι υπομονές μου στην απομόνωση και στη μοναξιά ανάμεσα στα βουνά είχαν εξαντληθεί. ΄Εχουμε πολλές και επείγουσες ανάγκες, κάνε κάποια υπομονή ακόμα, μου απάντησε ο Ταγματάρχης. Πήρα τα πράγματά μου και πήγα να εγκατασταθώ στη διμοιρία της Σμιγάδας.
Ο ανεφοδιασμός με ώνια της Σμιγάδας γίνονταν με στρατιωτικό όχημα μέχρι την Οργάνη που είχε ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Από εκεί στο χωματόδρομο τα δύο μουλάρια μας μετέφεραν τα τρόφιμα μέχρι τη διμοιρία. Τέλος έρχονταν δύο φαντάροι από κάθε φυλάκιο για να παραλάβουν το δικό τους μερίδιο τροφίμων.
Μέχρι να τελειώσει ο βαρύς χειμώνα ήμαστε αποκλεισμένοι στο στρατώνα του φυλακίου με πολύ περιορισμένη επικοινωνία. Με τον ερχωμό της άνοιξης άρχισα τις συχνές πεζοπορίες και επισκέψεις μου τόσο στα γειτονικά χωριά όσο και στα δύο φυλάκια της διμοιρίας για να σπάσω τη ρουτίνα και να εκτονωθώ.
Μια μέρα μου τηλεφώνησε ο Λοχαγός να μεταβώ με το μουλάρι φυσικά στην διμοιρία του Καρδάμου, όπου έγινε ένα μικροατύχημα, και να του στείλω το πόρισμα. Πήγα το συντομότερο. Διαπίστωσα ότι ο Δόκιμος διμοιρίτης είχε ξεχάσει ότι υπήρχε σφαίρα στη θαλάμη από το 45/άρι πιστόλι του, το οποίο στην προσπάθειά του να το λύσει και να το καθαρίσει λόγω επικείμενης επιθεώρησης από τον Ταγματάρχη, αυτό εκπυρσοκρότησε με ευτυχή συνέπεια η σφαίρα (δηλαδή το μολύβι) να τρυπήσει αναίμακτα το σαρκώδες μέρος από το αυτί ενός στρατιώτη. Ολοκλήρωσα το πόρισμα και το έστειλα στον Λοχαγό.
Η φυτική και ζωϊκή βιοποικιλότητα της περιοχής ήταν πλουσιότατη. Οι δασωμένες εκτάσεις είχαν τεράστια ποικιλία θάμνων και δένδρων. ΄Ηταν τόσο πανύψηλα που περπατούσε κανείς κάτω από τα δένδρα που έκρυβαν τον ήλιο. Υπήρχαν και ξέφωτα. Εκτός από τα πουλιά μπορούσες να συναντήσεις κάθε είδους ζώο. Από ταπεινές χελώνες και σκαντζόχοιρους μέχρι τους γοργοκίνητους σκίουρους, τους λαγούς και τα αγριογούρουνα. Και όπου υπάρχουν φυτοφάγα υπάρχουν και σαρκοφάγα με λύκους, τσακάλια και αλεπούδες. Ψηλότερα στις απάτητες βουνοκορφές διαβίωναν μέσα στα δάση και λιγοστά ζαρκάδια αλλά και ελάχιστες αρκούδες με ελεύθερη διέλευση συνόρων.
Την εποχή εκείνη η Σμιγάδα είχε τη διμοιρία μας με 12 φαντάρους, είχε δημοτικό σχολείο με δύο δασκάλους (΄Ελληνα και Τούρκο) αλλά και οικοκυρική σχολή γυναικών με ειδικευμένη δασκάλα. Ωστόσο η περιοχή ήταν αποκλεισμένη και η εγκατάλειψη διάχυτη. Συγκοινωνία προς την Κομοτηνή με ελάχιστα δρομολόγια μόνο μέσω Οργάνης. Οι χωματόδρομοι ήταν διαβρωμένοι με λακκούβες και όταν έβρεχε ή χιόνιζε γίνονταν δύσβατοι έως άβατοι ακόμα και για τα κάρα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, τα μέσα μεταφοράς της εποχής και της περιοχής.
΄Όχι μόνο δεν με κατέβασαν ποτέ στην Κομοτηνή (εκτός από τις άδειές μου) αλλά όταν φόρεσα το αστέρι του Ανθυπολοχαγού στα μέσα του καλοκαιριού μου ανέθεσαν, σύμφωνα με ελληνοβουλγαρικό πρωτόκολλο, ως επικεφαλή συνεργείου για τον καθαρισμό της ελληνικής συνοριογραμμής. Δηλαδή αποψίλωση της βλάστησης σε βάθος 5 μέτρων, διάνοιξη της συνοριακής αύλακας από χώματα φύλλα και πέτρες και αποκατάσταση φθορών στις συνοριακές πυραμίδες.
Τελικά το φθινόπωρο του 1963 εξάντλησα όλη τη στρατιωτική θητεία μου και πήρα απολυτήριο από τα όμορφα βουνά της Ροδόπης με τα Πομακοχώρια. Αλλά και όταν πήρα ανακατάταξη μέχρι το διορισμό μου ως δασκάλου και πάλι στα σύνορα με έστειλαν. Στα ΤΕΑ Δικαίων του Τριγώνου ΄Εβρου.


ΜΕΡΟΣ Δ΄ (Τελευταίο)

΄Ηταν 22 Σεπτεμβρίου 2017. Στο οδοιπορικό και στην επίσκεψή μας στα Πομακοχώρια ακολουθήσαμε το δρομολόγιο προς την Σμιγάδα μέσω Σαπών. Αρριανών, Φιλλύρας, Καλλιντήριου, Οργάνης και πολλών ενδιάμεσων χωριών και οικισμών. Ο ανηφορικός δρόμος προς τη Σμιγάδα ακολουθούσε παράλληλη πορεία μιας ατέλειωτης ρεματιάς κατάφυτης από καρυδιές, κερασιές και από την υπόλοιπη γνωστή χλωρίδα- βλάστηση της περιοχής.
Το φθινόπωρο είναι περίοδος συγκομιδής του καπνού. Στα διπλανά από το δρόμο χωράφια βλέπαμε τους καπνοπαραγωγούς να κάνουν τη συλλογή, το λεγόμενο σπάσιμο των φύλλων, να τα δεματίζουν και να τα μεταφέρουν με τα τρακτέρ στα σπίτια τους. Σε πολλές αυλές οι γυναίκες (κυρίως γερόντισσες) έκαναν το αρμάθιασμα-βελόνιασμα με μια τεράστια βελόνα μισού μέτρου και με μακρύ σπάγκο. Αυτές τις αρμαθιές τις κρεμούσαν για στέγνωμα στα υπόστεγα-ξηραντήρια. Η ποικιλία καπνού μπασμάς αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια και αποφέρει ακόμα και σήμερα κάποιο επαρκές έσοδο στα φτωχά νοικοκυριά των Πομάκων αλλά και άλλων παραγωγών των ημιορεινών και των πεδινών εκτάσεων της Ροδόπης.
Μετά από κουραστική διαδρομή σε δρόμο με πολλές στροφές φτάσαμε στο κεφαλοχώρι της περιοχής, την Οργάνη, αλλά την προσπεράσαμε και συνεχίσαμε σε χωματόδρομο μέχρι τη Σμιγάδα.
Τελικά φτάσαμε στην είσοδο του χωριού όπου μας περίμεναν δυσάρεστες εκπλήξεις. Μπροστά μας ορθώνονταν τα κτήρια της πρώην διμοιρίας Σμιγάδας, όπου διαβίωσα 9 μήνες περίπου από τη νεανική ζωή μου. Η καρδιά μου σκίρτησε από συγκίνηση. Αλλά η απογοήτευση μου ήταν μεγάλη όταν προσπάθησα να περάσω την κεντρική πύλη του στρατώνα. Η πύλη εισόδου ερμητικά κλειστή και ολόκληρο το προαύλιο περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. ΄Όλα τα κτήρια ήταν ανακαινισμένα αλλά κλειδωμένα και έρημα.
Ρώτησα κάποιους κατοίκους και με πληροφόρησαν πως μέχρι πριν δύο χρόνια λειτουργούσε με μειωμένη δύναμη ως φυλάκιο αλλά από τότε έκλεισε οριστικά. Ρώτησα και είδα με τα μάτια μου πως 55 χρόναι μετά δεν λειτουργούσε πλέον καμιά από τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές δομές. Στο φυλάκιο λουκέτο, τα σχολεία κλειστά και τα ελάχιστα παιδιά μεταφέρονται στο Δημοτικό της Οργάνης. Ακόμα 18 σχολεία από τα Πομακοχώρια έβαλαν λουκέτο τα τελευταία χρόνια.
Οι εκπλήξεις δεν τελείωσαν εκεί. Από τη Σμιγάδα ακολουθώντας έναν χωματόδρομο επισκεφθήκαμε για λίγο τον πρώην Λόχο Τσαρδακλή. Αλλά και εκεί η απογοήτευση και η πικρία με κυρίευσαν. Παντού λουκέτα και ερημιά. Τα κτήρια του συγκροτήματος ανακαινισμένα αλλά εγκαταλειμμένα θύμιζαν κάτι από την παλιά αίγλη του ιστορικού Λόχου Τσαρδακλή. Σήμερα, μετά από υποβάθμιση σε Διμοιρία Ακρίτας λέγεται Φυλάκιο Ακρίτας χωρίς έναν στρατιώτη.
Σκέφτηκα μελαγχολικά γιατί κανείς δεν αποφάσισε να αξιοποιήσει τα κτήρια τόσο του Λόχου όσο και των Διμοιριών Καρδάμου και Σμιγάδας. ΄Εμαθα πως μόνο η εκπαιδευτικός Χαρά Νικοπούλου με τον άνδρα της επιχείρησαν πριν 3 χρόνια να λειτουργήσουν ένα ΄Ιδρυμα Φιλοξενίας Ορφανών Παιδιών αλλά τελικά σκόνταψαν σε ανυπέρβλητα εμπόδια, σε προκαταλήψεις και σκοπιμότητες και εγκατέλειψαν.
Με τη βεβαιότητα πλέον πως δεν υπάρχει ούτε ένας στρατιώτης στην προκάλυψη και ότι τα σύνορά μας είναι αφύλακτα, επιστρέψαμε στη Σμιγάδα από τον ίδιο χωματόδρομο.
Με ανάμεικτα συναισθήματα χαρμολύπης αρχίσαμε τον κατηφορικό δρόμο της επιστροφής, με μια μικρή στάση στην Οργάνη για αναψυκτικό και διάλογο με τους γέροντες για τα παλιά και τα μελλούμενα. Σε ψηλότερο πεζούλι οι γυναίκες παρατηρούσαν και σχολίαζαν.
Αυτή τη φορά δεν ακολουθήσαμε το ίδιο δρομολόγιο αλλά μέσω Γρατινής, Ροδίτη και Κομοτηνής. Ακολουθώντας την Εγνατία τελειώσαμε το σύντομο οδοιπορικό μας στα Πομακοχώρια και επιστρέψαμε στην Αλεξανδρούπολη με γεμάτα οξυγόνο και καθαρό βουνίσιο αέρα τα πνευμόνια μας.



*Ο Παναγιώτης Κουσίδης είναι συνταξιούχος δάσκαλος και αρθρογράφος στις εφημερίδες «Η ΓΝΩΜΗ» και «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ»  της Αλεξανδρούπολης. Το 1962 - 63 υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στο Λόχο Τσαρδακλή (σήμερα Φυλάκιο Ακρίτας) και στη Διμοιρία της Σμιγάδας. 



Δευτέρα 23 Οκτωβρίου 2017

Χρήστος Βασματζίδης: Η γλώσσα ως φορέας πολιτισμού

Πηγή φωτογραφίας: https://radiomax.gr

Παρουσίαση του βιβλίου του Σεμπαϊδήν Καραχότζα 
«Μεταφράσεις ελληνικής και αγγλικής ποίησης στην πομακική γλώσσα»
Εθνολογικό Μουσείο Θράκης,   Αλεξανδρούπολη
21.10.2017



Συντάκτης: Χρήστος Βασματζίδης*


Ένα μεγάλο ερώτημα που έχει ταλανίσει γενιές και γενιές μεταφραστών και ασχολουμένων με τη μετάφραση και θεωρητικών της λογοτεχνίας δεν είναι άλλο από τούτο: μεταφράζεται η ποίηση;  Πόσο μάλλον όταν τα ποιήματα δοκιμάζεται να μεταφραστούν σε μία γλώσσα  που οι ομιλητές της βρίσκονται σε καθεστώς αγωνίας διατήρησης, ανάδειξης και καταγραφής της·  τα πομακικά.
Οι ειδικοί σήμερα θα μιλήσουν φαντάζομαι εκτενώς για τη γλώσσα και τα προβλήματα της πομακικής, της γλώσσας  δηλαδή που μιλά ένα μικρό μα δυναμικό τμήμα του πληθυσμού της ελληνικής επικράτειας, που νομικά ανήκουν στη λεγόμενη «μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης», με την υποσημείωση  ότι οι πομακόφωνοι πομακικής προέλευσης αποτελούν μία ιδιαίτερη ομάδωση  που παρουσιάζει ετερογένεια από πλευράς γλώσσας, εθνικής προέλευσης και γεωγραφικής κατανομής.
Τις δυσκολίες της πομακικής γλώσσας και της ένταξής της σε ένα πολιτιστικό περιβάλλον, εντείνει το γεγονός ότι η επίσημη γλώσσα της ευρύτερης μουσουλμανικής μειονότητας που διδάσκεται στα σχολεία, στην οποία ανήκει και η παραπάνω ομάδα, είναι η τουρκική.  Εξάλλου η πομακική γλώσσα ήταν άγραφη δηλαδή προφορική, και μόλις τα τελευταία χρόνια γίνονται προσπάθειες καταγραφής της, με τη δυναμική παρουσία των κ. Κόκκα  και  Καραχότζα, οι οποίοι είναι και οι ειδικοί να μιλήσουν για το φαινόμενο της πομακικής γλώσσας.

Εγώ θα προσπαθήσω σε πολύ σύντομες γραμμές να δώσω ένα πλαίσιο αυτής της πρακτικής που έχει επικρατήσει με τον όρο μετάφραση. Και αν έθεσα στην αρχή το ερώτημα  μεταφράζεται η ποίηση, μάλλον πρέπει τώρα να πω ότι η ποίηση μεταφράζεται από αιώνες και ότι το ερώτημα προέκυψε από την ανάγκη μίας σύστασης θεωρίας για τη μετάφραση.  Όμως εδώ πρέπει να διαβάσω από τον Στάινερ, ο οποίος έγραψε στο έργο του «Μετά τη Βαβέλ» ότι «ο όρος θεωρία δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τη μετάφραση, ούτε για τη λογοτεχνία και γενικότερα για τις τέχνες, καθώς δεν πληρεί τα επιστημονικά κριτήρια της δοκιμής και της διαψευσιμότητας, η μετάφραση είναι αυτό που Βιντγκεστάιν αποκαλούσε μία «επακριβής τέχνη».

Παρ’ όλα αυτά  αναπτύχθηκαν διάφορες θεωρίες και γράφηκαν πολλά έργα για τη μετάφραση και ιδίως για τη μετάφραση της ποίησης.  Ο σπουδαίος έλληνας μεταφραστής, ποιητής και καθηγητής Θεωρίας της Μετάφρασης στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας του Ιονίου Πανεπιστημίου, Γιώργος Κεντρωτής λέγει ότι μετάφραση είναι «η επανέκφραση σε άλλη γλώσσα μίας ύλης που είναι ήδη ατρέπτως δεδομένη σε μία φυσική γλώσσα». Και συνεχίζει αναφέροντας ότι με αυτό τον ορισμό εννοούμε τη διαδικασία και το επιτέλεσμά της, δηλαδή το μετάφρασμα και το υλικό αποτύπωμά της.

Από εδώ όμως και στο εξής αρχίζουν να τίθενται τα ζητήματα που απασχόλησαν τις διάφορες θεωρίες. Και τούτο γιατί αφενός η μετάφραση είναι έργο κάποιου προσώπου του μεταφραστή και αφετέρου η ίδια προσδιορίζεται ως μία ιδιαίτερη τέχνη.
Οι θεωρίες μετάφρασης χοντρικά αναφέρονται σε δύο πόλους,  στην απόλυτη μεταφρασιμότητα και στον αντίποδά της τη μη μεταφρασιμότητα. Από την  προσέγγιση των θεωριών αυτών δημιουργούνται μία σειρά από επί μέρους ζητήματα που φαίνεται ότι είναι δυνατόν να διασαφηνιστούν στα πλαίσια της γλωσσικής επιστήμης.

Ο ιδρυτής της γλωσσολογικής θεωρίας στη μετάφραση στη Γαλλία Ζορζ Μουνέν γράφει ότι  το σημαντικότερο ίσως πρόβλημα που τίθεται στην διαδικασία της μετάφρασης αφορά το λεξιλόγιο, όταν πλέον θεωρηθεί όχι ως ονοματοθεσία απλώς αλλά ως ένα σύνολο δομών. Δηλαδή ως ένα σημασιολογικό πεδίο, όπου το νόημα της κάθε λέξης εξαρτάται από το πλέγμα των αντιθέσεων που διατηρεί με όλα τα άλλα συστατικά του πεδίου. Η λέξη π.χ. σπίτι  για ένα μικρό παιδί μπορεί να είναι κάθε είδους κατοικία, διαφοροποιείται όμως σταδιακά και κερματίζεται και σε άλλες μορφές όπως  βίλα ή  εξοχικό ή πολυκατοικία ή διαμέρισμα κ.ο.κ. Επομένως, οι διαφορετικές δομές του ίδιου σημασιολογικού πεδίου δεν μπορεί να είναι ίδιες σε διαφορετικές γλώσσες, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει στην άρνηση της μεταφραστικής δυνατότητας.
Ακόμη και η  συναισθηματική ατμόσφαιρα που περιβάλλει τις λέξεις αντιστέκεται πολλές φορές στη μετάφραση, δηλαδή στη μετάβαση από έναν πολιτισμό στον άλλο, από μια γλώσσα στην άλλη και τελικά και από άτομο σε άτομο - ακόμη και μέσα στον ίδιο πολιτισμό και στην ίδια γλώσσα.
Στις παραπάνω αναπτύξεις αντιπαραβάλλονται οι απόψεις των αρχαίων για την απόλυτη μεταφρασιμότητα χάρη στην ενιαία ανθρώπινη εμπειρία και στην ενιαία ταυτότητα του ανθρώπινου πνεύματος. Τα μεταφραστικά επίπεδα είναι τα επίπεδα πραγμάτωσης της επικοινωνιακής πράξης, οι δυσκολίες της επικοινωνίας εντοπίζονται στις σκοτεινές περιοχές της γλώσσας και ότι η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων είναι ένα φαινόμενο με μια κατά προσέγγιση σχετική επιτυχία.
Η μετάφραση μπορεί όντως να μην είναι πάντοτε εφικτή καθώς δεν είναι μια «αμετακίνητη και άχρονη γλωσσική κατάσταση», αλλά «όπως υπάρχει μια διαλεκτική των σχέσεων μεταξύ γλώσσας και κόσμου, υπάρχει και μια διαλεκτική των σχέσεων μεταξύ των γλωσσών».
Καταλήγει λοιπόν ότι πολύ πριν οι σύγχρονες θεωρίες περί της λειτουργικότητας της μετάφρασης κερδίσουν έδαφος, και πριν οι επιστήμες της επικοινωνίας και του πολιτισμού λάβουν τις σημερινές τους διαστάσεις, η μετάφραση αποτέλεσε μια διαδικασία που χαρακτηρίζεται από σχετική επιτυχία και ποικιλία ως προς τα επίπεδα επικοινωνίας τα οποία επιτυγχάνει, καθώς μεταβαίνει από τη μία γλώσσα στην άλλη, από έναν πολιτισμό σε έναν άλλο, από μία εποχή σε μια άλλη, δηλαδή από έναν κόσμο σε έναν άλλο κόσμο.  (MOUNIN, G. 2002. Τα θεωρητικά προβλήματα της μετάφρασης. Μτφρ. Ιωάννα Παπασπυρίδου. Eπιμ. Νάσος Κυριαζόπουλος, Δ.Φ. Αθήνα: Π. Τραυλός. Τίτλος πρωτοτύπου Les problèmes théoriques de la traduction (Παρίσι: Éditions Gallimard, 1963)

Στον τόμο δοκιμίων του με τίτλο  «Ποίηση και Μετάφραση»,   ο ποιητής, καθηγητής και κριτικός λογοτεχνίας Νάσος Βαγενάς, αναζητά ένα ορισμό της πιστότητας και της ποιητικότητας στη μετάφραση της ποίησης, έτσι ώστε το αποτέλεσμα να είναι ένα ποίημα που να λειτουργεί σαν πρωτότυπο.
Δεν δέχεται τη μη μεταφρασιμότητα της ποίησης ούτε όμως και την παραλλαγή αυτής της άποψης ότι για να είναι μια μετάφραση ωραία θα πρέπει να είναι άπιστη, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για ρητορικές και παραπλανητικές υπερβολές που δεν συμβάλλουν σε μια εποικοδομητική ενασχόληση με τη μετάφραση της ποίησης.
Οι παραπάνω παρατηρήσεις του κριτικού έρχονται ως μία απάντηση σε δύο σπουδαίους Έλληνες ποιητές και μεταφραστές τον Ιωάννη Βηλαρά και τον Κωστή Παλαμά που θεωρούσαν ότι οι «άπιστοι» μεταφραστές, είναι και οι πιο πιστοί.
Ο κριτικός υποστηρίζει ότι μια μετάφραση πρέπει να είναι πιστή προς το νόημα, το νόημα όμως ενός ποιήματος δεν είναι το περιεχόμενό του, όπως στην πρόζα. Έτσι αναζητά στη συνέχεια τα στοιχεία που διακρίνουν την ποίηση από την πρόζα και που δεν έγκεινται στην εξωτερική μορφή αλλά στη διαφορετική κίνηση των λέξεων, στον ρυθμό του κειμένου, στο ότι η μονάδα στην ποίηση είναι η λέξη και όχι η φράση, στο ότι η ποίηση εκφράζει συγκινήσεις και όχι σκέψεις.
Συνεπώς το καθήκον του μεταφραστή είναι να παραμείνει πιστός στο συγκινησιακό νόημα του πρωτότυπου ποιήματος. «Κι αυτό δεν μπορεί να γίνει, αν οι λέξεις του δεν λειτουργούν με τέτοιο τρόπο, που να δίνουν την αίσθηση ότι η γλώσσα του χορεύει μ' έναν ρυθμό παρόμοιο με τον ρυθμό του πρωτότυπου.»
Εκεί, βεβαίως, εντοπίζεται η πρώτη δυσκολία της μετάφρασης. Η δεύτερη είναι ότι ο μεταφραστής ερμηνεύει το νόημα του ποιήματος μέσα από τη δική του ανάγνωση. «Η μετάφραση ενός ποιήματος σαν μια πράξη ατομική είναι αναγκαστικά μια πράξη υποκειμενική». Γι' αυτό τον λόγο, απαραίτητο για μια πιστή μετάφραση είναι η ευαισθησία του ποιητή να συγγενεύει με την ευαισθησία του μεταφραστή και αυτές οι δύο ευαισθησίες, οι δύο ρυθμοί, να συναντηθούν στη γλώσσα του μεταφραστή. Στους ρυθμούς πρέπει στη συνέχεια να χωρέσουν οι λέξεις, γι' αυτό η μετάφραση δεν γίνεται κατά λέξη αλλά κατ' αντιστοιχία, απαλλαγμένη από κάθε ίχνος μεταφρασιμότητας. «Αυτό είναι το παράδοξο της ποιητικής μετάφρασης: ότι η μετάφραση ενός ποιήματος δεν μπορεί να είναι μετάφραση, αν δεν αρνείται τον εαυτό της. Αν δηλαδή δεν στέκεται σαν ένα πρωτότυπο ποίημα».

            Ένα ποίημα λοιπόν δεν είναι μόνο ένα νόημα προς μετάφραση. Είναι παράλληλα και φορέας ομορφιάς, ένα αισθητικό σύμπαν.  Η ομορφιά που κρύβεται στους στίχους  δεν είναι απλό γεγονός που συμβαίνει, αλλά η βαθύτερή του ουσία. Η ομορφιά του ποιήματος και η βαθύτερη ουσία συγκλίνουν στο έργο τέχνης. Επομένως όταν κάποιος μεταφράζει ένα ποίημα, δεν οφείλει να μεταφράσει απλά το νόημά του αλλά να αποδώσει παράλληλα και την ομορφιά του. Αν παραμείνει μόνο στην μεταφορά του νοήματος, αλλά αποτύχει να μας δώσει ένα κείμενο αισθητικά άρτιο, τότε στην ουσία ακρωτηριάζει την λογοτεχνία από το πιο ουσιαστικό της στοιχείο.
(Ανδρέας Αντωνίου, Ποίηση και ομορφιά, δοκίμιο δημοσιευμένο στο ιστολόγιο Βιβλιονετ)

Στο βιβλίο που παρουσιάζεται απόψε του Σεμπαϊδήν Καραχότζα, επιλέχθηκαν και μεταφράστηκαν ποιήματα από διάφορες σχολές  και γενιές ποιητών. Εξ’ ορισμού λοιπόν  η μεταφραστική προσπάθεια είναι δύσκολη. Ο κάθε ποιητής φέρει την εποχή του, άρα και τη γλωσσική ανατροφή του που διαφέρει από γενιά σε γενιά.
Στο βιβλίο ανθολογούνται ποιητές με εμβληματικά έργα του ελληνισμού όπως ο Ρήγας με τον Θούριο ή ο Σολωμός με τον Ύμνο. Ο Γεώργιος Βιζυηνός και ο Κωστής Παλαμάς. Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος, ελάχιστα γνωστός με την ιδιότητα του ποιητή, καθώς ήταν ο πρώτος πρόεδρος της Δημοκρατίας κατά τη μεταπολίτευση και πρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Δεν λείπουν φυσικά ο Καρυωτάκης, ο Σεφέρης και ο Ελύτης. Αλλά και η σπουδαία ποιήτρια  Ελένη Βακαλό, ο Μίλτος Σαχτούρης ποιητές δηλαδή με ιδιαίτερο ύφος που ανήκουν στην πρώτη μεταπολεμική γενιά μετα-υπερρεαλιστών ποιητών. Η συλλογή περιλαμβάνει ποιήματα των αριστερών διανοούμενων ποιητών Τάσου Λειβαδίτη, Τίτου Πατρίκιου και  Γιάννη Ρίτσου. Ακόμη ο Μανώλης Αναγνωστάκης που ανήκει επίσης στην πρώτη μεταπολεμική γενιά που χαρακτηρίστηκε ως ο «ποιητής της ήττας», καθώς με τους στίχους του εξέφρασε τη διάψευση των οραμάτων της Αριστεράς. Η Λύντια Στεφάνου, σημαντική ποιήτρια που τοποθετείται επίσης στην πρώτη μεταπολεμική γενιά,  συμμετέχει με το ποίημα «Κατεδάφιση», από τη συλλογή «Oι λέξεις και τα πράγματα» (1983). Η συλλογή τελειώνει μ’ ένα απόσπασμα από τον Άμλετ του Σέξπηρ.


Το επίκεντρο της ζωής  του κάθε ανθρώπου είναι η γλώσσα. Περισσότερο και από την καταγωγή. Ακόμη και αυτή με τη γλώσσα αναγνωρίζεται. Η προσπάθεια αυτή της ανθολόγησης και της μετάφρασης Ελλήνων ποιητών στα πομάκικα, είναι η προσπάθεια της ίδιας της γλώσσας ν’ αναγνωριστεί ως φορέας πολιτισμού. Να μιμηθεί αρχικά και να μετέχει στη συνέχεια με το δικό της αλφάβητο και τη δική της μελωδία στην οικουμενικότητα της Τέχνης. Εύχομαι ολόψυχα κάθε επιτυχία στην προσπάθεια του Σεμπαϊδήν. 

O Χρήστος Βασματζίδης, γεννήθηκε στις 7.2.1972 στην Πάτρα και έζησε τα παιδικά του χρόνια στη Ναύπακτο. Από το έτος 1981 μετακόμισε στη Αλεξανδρούπολη. Σπούδασε νομικά στην Κομοτηνή (πτυχίο και μεταπτυχιακά). Ζει και εργάζεται στην Αλεξανδρούπολη ως δικηγόρος, αρθρογραφεί σε νομικά έντυπα και ιστολόγια για θέματα που αφορούν την επιστήμη του. Στον ελεύθερο χρόνο του ασχολείται με τη φιλοσοφία τη  λογοτεχνία και τη μουσική. 

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Η δύναμη της ποίησης στη γλώσσα των Πομάκων

Να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος από εκεί που τελείωσα εγώ …
Da stánavasho báre da zafáti badín at kadéta davórsha ya...
Γ.Σεφέρης

Πηγή φωτογραφίας: https://radiomax.gr

Ο Πομάκος δημοσιογράφος Σεμπαϊδήν μίλησε στο Εθνολογικό Μουσείο Θράκης στην Αλεξανδρούπολη στις 21 Οκτωβρίου 2017 για το νέο του βιβλίο «Μεταφράσεις ελληνικής και αγγλικής ποίησης στην πομακική γλώσσα» που εκδόθηκε από τον Πολιτιστικό Σύλλογο Πομάκων Ν. Ξάνθης. 

Μίλησε επίσης για τη γλώσσα των Πομάκων, για τα δίγλωσσα νηπιαγωγεία, για τις μαντίλες στις παρελάσεις και για τις προσπάθειες νομιμοποίησης της Τουρκικής Ένωσης Ξάνθης.

Παρακολουθήστε εδώ το βίντεο της συνέντευξης που έδωσε ο Πομάκος δημοσιογράφος πριν από την έναρξη της βιβλιοπαρουσίασης: 


Στην εκδήλωση μίλησαν επίσης ο δικηγόρος Χρήστος Βασματζίδης, ο εκπαιδευτικός Νικόλαος Κόκκας και ο Καθηγητής Ξένων Γλωσσών Κωνσταντίνος Παπαγιάννης.
Πηγή φωτογραφίας: https://radiomax.gr

Στο τέλος της βιβλιοπαρουσίασης διαβάστηκαν στα ελληνικά και στα πομάκικα τα ακόλουθα ποιητικά αποσπάσματα από το νέο βιβλίο:



Ρήγας Βελεστινλής (1757-1798)

Θούριος
Ως πότε παλικάρια, να ζούμεν στα στενά,
Μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,
Να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα και γονείς,
Τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο ’ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
Παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή
Hárptsko pésne
Da kogî, kópelöta da zhïvéme pa tésnïse mestá
Samítski katá arasláne, pa stranîse, pa barchínïse?
Faf péshture da sedíme, da glôdame véikï,
Da bâgame ad dünyóso, za gortsívasek izmetkerlîka?
Da gubíme brátye, vatána, máykï i bubáykï
Dóstovene, dechyása i vrït akrabîne?
Po húbbe adín sahát serbésh zhïvót
Pará kïrk godínï izmetkâre i zagradénï.




Ανδρέας Κάλβος (1792-1869)

Εις Σάμον
Όσοι το χάλκεον χέρι
βαρύ του φόβου αισθάνονται,
ζυγόν δουλείας ας έχωσι.
θέλει αρετήν και τόλμην
          η ελευθερία.

Αυτή (και ο μύθος κρύπτει
νουν αληθείας) επτέρωσε
τον Ίκαρον. και αν έπεσεν
ο πτερωθείς κι επνίγη
            θαλασσωμένος.

Αφ’ υψηλά όμως έπεσε,
και απέθανεν ελεύθερος.
Za Sámos
Zhîne stráhomune bakîrevono róko
Tôsko uséstot
Da so zavôzanï.
Trébava da si kuvetlí i húbof
            Za da si serbésh.

Serbezlíkon dáde ’Ikaru krilá
(i meselâsa ye mífko i na has stánava).
I akú ye pánnal zhîyen ye krilâl
I akú so ye udávil
            Faf denízene

Alá ye ad visótse pánnal
I umrâl ye serbésh.



  
Κ.Π.Καβάφης (1863-1933)

Φωνές
Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
Εκείνων που πεθάναν, ή εκείνων που είναι
Για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε.
Κάποτε μες στη σκέψη τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
Ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας –
Σα μουσική, τη νύχτα, μακρινή, που σβήνει.

Glásove
Kámatnï glásove i mílï
Zhémne umrâho íli zhémne so
za námi zagubénï kákta umrâtine.

Na annagî faf náshïne sónove dúmet
Na annagî faf chûdenyeno gi slúsha akîlon.

I sas glasáne mi za annó dekakó so vráshtot
Glásove ad birinjíno kámatno zhïvótuse –
Káta pésne duléchne zhîne so zagubóva faf vecherána.

  
 
Κ.Γ.Καρυωτάκης (1896-1928)

Πρέβεζα
Θάνατος είναι οι κάργιες που χτυπιούνται
Στους μαύρους τοίχους και στα κεραμίδια,
Θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται
Καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι
Με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
Ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
Ο ήλιος, θάνατος μέσα στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει,
Για να ζυγίσει, μια «ελλιπή» μερίδα,
Θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι
Κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ’ ακούσουμε τη μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης,
Πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«υπάρχω;» λες, κι ύστερα: «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
Αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία …
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
Θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.
Préveza
Umíranye ye zhíne chórnï píltse so udrívot
Na chórnine duváre i na keremídine
Umíranye ye zhónïse zhîne so gálet
Kákta agî tsístet lúka.

Umíranye ye pósnivine i míchkïne póteve
Sas sfetlívïne, golâmï yúmeta
Mestána sas maslínï, pres kráyeno denizen i yéshte
Slóntseno ye umírenye faf umíranyeno.

Umíranye ye jïndïrmána zhîyen svíva
Za da patôgli annó “noksán” merído
Umíranye ye zülûnkana na ódrane
I dáskalïyena sas gazétono.

Skopózin faf annó haskeryó faf Préveza
Faf Nedéle she chûyeme orhístrono
Zö annók bánkaska teftére
Sefté kláde otús fránkove u vótre.

Kákna vórvem yaváshka pri denízene
“Itúi som?” víkash i sétne: “Ne si itúi ! »
Fpíra vapóron, vdígnat bayrák.
Mózha da íde Nomárhizon.

Akú báre ad vrit iséze insáne
ye umrâla adín ad gnusâvanye…
Patayéni, sas bálno i pres fasaríe
Ta prekárame vrítsi húbbe na jenezôno.





Γιώργος Σεφέρης (1900-1971)

Από το «Τετράδιο Γυμνασμάτων» - 1940
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν υποταχτείτε.
Υποταχτήκαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν αγαπήσετε.
Αγαπήσαμε και βρήκαμε τη στάχτη.
Μας έλεγαν θα νικήσετε όταν εγκαταλείψετε τη ζωή σας.
Εγκαταλείψαμε τη ζωή μας και βρήκαμε τη στάχτη…

Βρήκαμε τη στάχτη. Μένει να ξαναβρούμε τη ζωή μας, τώρα που δεν έχουμε πια τίποτα. Φαντάζομαι, εκείνος που θα ξανάβρει τη ζωή, έξω από τόσα χαρτιά, τόσα συναισθήματα, τόσες διαμάχες και τόσες διδασκαλίες, θα είναι κάποιος σαν εμάς, μόνο λιγάκι πιο σκληρός στη μνήμη. Εμείς, δε μπορεί, θυμόμαστε ακόμα τι δώσαμε. Εκείνος θα θυμάται μονάχα τι κέρδισε από την κάθε του προσφορά. Τι μπορεί να θυμάται μια φλόγα; Α θυμηθεί λίγο λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζεται, σβήνει. Να μπορούσε να μας διδάξει, όσο ανάβει, να θυμόμαστε σωστά. Εγώ τελείωσα. Να γινότανε τουλάχιστο να αρχίσει κάποιος από εκεί που τελείωσα εγώ …
Víkaho no she nadviyéte agîna stánete izmetkâre.
Stánahme izmetkâre i náydeme pepeláne.
Víkaho no she nadviyéte agána zagálite.
Zagálihme i náydeme pepeláne.
Víkaho no she nadviyéte agîna si astávite zhïvótate.
Astávihme si zhïvótase i náydahme pepeláne…


Náydahme pepeláne. Astánava da si náydeme zhivótase isâna agîsa némame níkana. Chûdem so zhîyen she si náyde pak zhïvótane, advón ad isélkus kinígi, isélkus dérteve, isélkus fasaríe i isélkus dérseve she ye adín káksa nîye, yálnïs mífko po koráf agîna pómli. Nîye, na mózha, pómlime si yéshte kakná dádame. Tóy she pómli yálnish kaná ye kazandísal ad sâkvo no mu dávanye. Kaná mózhe da pómli adín plámen? Akú zapómli mífko po mífko ad kólkono trâbava, izgásha. Da umâsho da no nauchí, kólkono gorí, da pómlime práve. Ya davórsha. Da stánavasho báre da zafáti badín at kadéta davórsha ya.


  


Μανόλης Αναγνωστάκης (1925-2005)

Εδώ…

Εδώ
Κάτω από την καρδιά μου
Καρφώθηκαν οι σφαίρες οι πρωινές
Μπήγονται ολοένα πιο βαθιά
Τώρα
(Τώρα, σιγά σιγά, που ξημερώνει
Και θ’ ακουστεί το σφύριγμα όπου να ’ναι)
Ελάτε
Έλα εσύ Γιώργο, έλα Μιχάλη, έλα Ραούλ,
Μαζέψτε τες μια μια
Είναι δικές σας
Σήμερα το πρωί
Στις πέντε
Πριν βγει ο ήλιος
Πριν βγει ο ήλιος
Πριν, πριν ακόμη απ’ τα καμιόνια
Τις μάζεψα για σας
Και τώρα
Ξερίζωσέ τες απ’ το στήθος μου
Σαν ένα πρωινό χαρούμενο όνειρο
Σαν ένα τέλειο παιχνίδι
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Ανυποψίαστοι στου ύπνου την ενέδρα
Πριν μάθουν τίποτα οι άλλοι
Πριν μάθουν πως εγώ
Είναι γραμμένο για πάντα να ζήσω.
Itúy

Itúy
Pad móso sórtse
Nabúchiho so sabáhtskïte kurshûneve
Vlízot éshte po glibótse
Isâ
(Isâ, agîsa so yavásh yavásh razvídelâva
I she so chûe sfírenyeno kadé ta ye)
Yálate
Yála tï Yórgo, yála Miháli, yála Raúl
Zbérite gi annó pa annó
Váshï so
Bu sabáh
Beshté
Durgî be ne izlízalo slóntseno
Durgî be ne izlízalo slóntseno
Naprésh hamálove
Zbräh gi za vámi
I isâ gi ízmakni ad mókse güvûse
Katá annók sabáhleynska drága sóna
Katá annó kámatno igránye
Durgî so so ne naúcheli nâko drúzine
Kákna si némot habére 
agîna gi chûva spanyéno
Durgî so so ne naúcheli níkana drúzine
Durgî so so ne naúcheli ta ye

Písano ya da zhîvom za dáyma.








Τετάρτη 18 Οκτωβρίου 2017

Το πάθος της ποίησης στην Αλεξανδρούπολη



Το Εθνολογικό Μουσείο Θράκης σας προσκαλεί το Σάββατο 21 Οκτ. 2017 και ώρα 19:30 στο χώρο του Μουσείου στην Αλεξανδρούπολη, για την παρουσίαση του βιβλίου του Πομάκου δημοσιογράφου Σεμπαϊδήν Καραχότζα, «Μεταφράσεις ελληνικής και αγγλικής ποίησης στην πομακική γλώσσα».

Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
  • Χρήστος Βασματζίδης Δικηγόρος,
  • Νικόλαος Κόκκας Εκπαιδευτικός,
  • Κωνσταντίνος Παπαγιάννης Καθηγητής Ξένων Γλωσσών,
  • καθώς και ο μεταφραστής.


Μετάφραση σημαίνει πάντα ερμηνεία.  Το πάθος της ποίησης κρύβεται πάντα μέσα σ’ αυτήν την ερμηνεία.  Ο Σεμπαϊδήν Καραχότζα χρεώνεται για πρώτη φορά τη μεγάλη ευθύνη της αποκρυπτογράφησης στη μητρική γλώσσα των Πομάκων συμπολιτών μας, σύγχρονης ελληνικής ποίησης.  Είναι η μετάφρασή του μια πράξη συμβολική όσο και μια πράξη βαθειά ουσιαστική, καθώς η γλώσσα των Πομάκων όσο και οι ίδιοι, είναι κομμάτι αυτού του Θρακικού τόπου για χιλιάδες χρόνια, είναι ντόπιοι κάτοικοι που χρειάζονται έμπρακτα την αδελφική στήριξή μας προκειμένου να εκφράσουν τη δική τους εμπειρία και τη δική τους ανάγνωση στη δική τους λαλιά.