Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Ιουλίου 2018

Ο Άγιος Παΐσιος στα Πομακοχώρια




ΠΗΓΗ: 

Θαυμαστά στιγμιότυπα 
από τη δεύτερη περιοδεία του Αγίου Παϊσίου 
στα Πομακοχώρια


Τον Μάιο του 1989 ο Πατήρ Παΐσιος έκανε μία δεύτερη -μεγαλύτερη αυτήν την φορά- περιοδεία στα Πομακοχώρια της Θράκης. Τον πήγε με το αυτοκίνητό του ένας γνωστός του νέος και, όταν έφθασαν εκεί, πήραν μαζί τους και δύο Πομάκους που είχαν γίνει Χριστιανοί και επισκεπτόταν συχνά τον Γέροντα.
Ζήτησαν την ευλογία του Μητροπολίτου, και έπειτα ξεκίνησαν την περιοδεία. Η καλωσύνη του Πατρός Παϊσίου «μίλησε» στις καρδιές των απλών αυτών ανθρώπων. Και, επειδή είχαν ακούσει ότι ο νονός του ήταν Άγιος και ότι στην πατρίδα του, τα Φάρασα, έκανε πολλά θαύματα και στους Μουσουλμάνους, όλοι ήθελαν να τον δουν και τον καλούσαν στα σπίτια τους.

Όσοι μάλιστα ήταν από άλλα χωριά, τον παρακαλούσαν να επισκεφθή και το δικό τους. Σε κάθε σπίτι που πήγαινε μαζεύονταν και όλοι οι γείτονες -αλλού τριάντα, αλλού πενήντα Μουσουλμάνοι-, για να ακούσουν κάτι από το στόμα του. Τους έλεγε περίπου τα εξής:
– Ο Θεός μας αγαπά όλους. Και εσείς είστε παιδιά του Θεού. Ένας Μουσουλμάνος που θα γίνει Χριστιανός μπορεί να σωθή πιο εύκολα από έναν που ήταν Χριστιανός από μικρός, γιατί ο Μουσουλμάνος δεν ξέρει τίποτε και έρχεται στην Ορθοδοξία και τα μαθαίνει όλα από την αρχή, και γίνεται καλύτερος. Εσείς, εάν ομολογήσετε τον Χριστό, θα είστε σε καλύτερη θέση από εμάς, γιατί εμείς τα ξέρουμε όλα και δυστυχώς δεν τα εφαρμόζουμε.

Καθώς περπατούσε στα δρομάκια των χωριών, ο κόσμος μαζευόταν γύρω του, κι εκείνος τους κοίταζε με βλέμμα σπλαχνικό, μοίραζε καραμέλες στα παιδάκια και συζητούσε με όλους.
Μία Μουσουλμάνα, που είχε αποφασίσει να βαπτισθή Χριστιανή, τον πλησίασε και τον ρώτησε:
– Εγώ δεν ξέρω τίποτα. Τι να λέω στην προσευχή μου;
– Τι ξέρεις να λες; την ρώτησε.
– Ξέρω να λέω «Κύριε ελέησον», απάντησε η γυναίκα.
– Αυτό να λες συνέχεια, την συμβούλεψε ο Όσιος.

Πήγαν και στο σπίτι μιας δαιμονισμένης Μουσουλμάνας που, μόλις είδε τον Γέροντα, τον πλησίασε και με ύφος υπεροπτικό του είπε:
– Έχω δαιμόνια εγώ.
– Καλά, καλά, της είπε ο Όσιος και μπήκε μαζί της στο σπίτι, παίρνοντας και έναν από τους Πομάκους συνοδούς του.
– Θέλεις να γίνης καλά; την ρώτησε.
– Ναι, απάντησε η γυναίκα.

Έβγαλε τότε τον ξύλινο Σταυρό του και, ψιθυρίζοντας την ευχή, πήγε να τον ακουμπήση στο μέτωπό της. Εκείνη τινάχθηκε απότομα και έσπρωξε τον Όσιο με δύναμη.
– Το ταγκαλάκι είναι πολύ δυνατό, είπε εκείνος στον Πομάκο, πρέπει να την συγκρατήσουμε».
Κατάφεραν να την ακινητοποιήσουν, και ο Όσιος την σταύρωσε δύο φορές στο μέτωπο. Τότε η γυναίκα έπεσε κάτω και άρχισε να φωνάζη:

– Φύγετε, δεν σας θέλω!
Από το στόμα της έβγαιναν αφροί και αφόρητη δυσωδία. Ο Πομάκος φοβήθηκε, αλλά ο Όσιος τον καθησύχασε:
– Βγαίνει, μη φοβάσαι. Πες της να τον διώξη.
Μόλις εκείνη είπε:
– Φύγε, σατανά!, ο Όσιος ακούμπησε για τρίτη φορά τον Σταυρό στο μέτωπό της. Τότε είδαν ένα δαιμόνιο να φεύγη σαν μαύρος σκύλος και να αφήνη την γυναίκα λιπόθυμη. Μόλις συνήλθε, τους είπε:
– Δεν έχω μέσα μου το βάρος που είχα, αλλά καίγομαι. Μια φωτιά βγήκε από μέσα μου και με έκαψε.
Έπειτα η γυναίκα στράφηκε στον Πομάκο και τον ρώτησε στην γλώσσα της:
– Πόσα χρήματα θα πληρώσω στον παπά; Πήγαινα σε μάγους και χοτζάδες, και μου έπαιρναν πεντακόσιες χιλιάδες δραχμές. Τώρα πόσα θα δώσω; Εκατόν πενήντα χιλιάδες έχω. Φθάνουν;
– Ο Πατήρ Παΐσιος κατάλαβε τι έλεγε και είπε:
– Πες της να δώση μία ευχή στον καλόγερο, να τον δεχθή ο Θεός σε μία ακρούλα στον Παράδεισο.
– Δεν θέλει χρήματα, είπε ο Πομάκος στην γυναίκα. Μόνον να του πης να έχη καλόν Παράδεισο.

Όταν βγήκαν στην αυλή, όλοι έμειναν έκπληκτοι βλέποντας την γυναίκα τόσο αλλαγμένη. Το πρόσωπό της δεν ήταν πλέον αγριεμένο αλλά ήρεμο. Κοίταζε τον Πατέρα Παΐσιο με ευγνωμοσύνη και τον ρωτούσε:
– Τι να κάνω τώρα; Τι να κάνω;
– Να διαβάζης το Ευαγγέλιο, της είπε, και να μην κοιτάζης φλιτζάνια, ούτε να λες τη μοίρα. Να προσπαθής να δουλεύης όσο περισσότερο μπορείς. Με την εργασία θα ξεκόψης από αυτά. Άμα δεν δουλεύης και αρχίσεις πάλι τα ίδια, θα το ξαναπάθης.
Στους συνοδούς του όμως ο Όσιος είπε:
– Αν δεν βάλη τον Σταυρό επάνω της (δηλαδή αν δεν βαπτισθη), δεν πρόκειται να γίνη καλά.
[…]

Στην επιστροφή ο συνοδός του τον ρώτησε:
– Γέροντα, οι Πομάκοι είναι τόσα χρόνια στην Ελλάδα γιατί δεν γίνονται Χριστιανοί;
– Εμείς φταίμε που δεν γίνονται Χριστιανοί, απάντησε ο Όσιος κουνώντας λυπημένος το κεφάλι. Οι πρώτοι Χριστιανοί ζύμωσαν όλο τον κόσμο. Εμείς οι σημερινοί δεν μπορούμε τίποτε να κάνουμε. Νερόβραστοι είμαστε.

Αποσπάσματα από το βιβλίο ο «Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης», έκδοση του Ιερού Ησυχαστηρίου » Ευαγγελιστής Ιωάννης ο Θεολόγος», Βασιλικά Θεσσαλονίκης.



Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Οδοιπορικό στα Πομακοχώρια του 1962

Οδοιπορικό στα Πομακοχώρια
                                                                       
ΤΟΥ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΟΥΣΙΔΗ*   

ΜΕΡΟΣ Α΄

Παρά το προχωρημένο της ηλικίας μου δεν μπόρεσα να αντισταθώ στη νοσταλγία μου για να επισκεφθώ για τελευταία φορά όλα εκείνα τα μέρη της ορεινής Ροδόπης όπου υπηρέτησα ολόκληρη τη στρατιωτική θητεία μου. Μετά από τουλάχιστον μισό αιώνα και συγκεκριμένα 1962-2017=55 χρόνια. ΄Εκανα το τόλμημα και αποφάσισα με τη συνοδεία της γυναίκας μου να επισκεφθώ τους περισσότερους τόπους που γνώρισα και βίωσα κατά τη διάρκεια της θητείας μου ως Δόκιμος Ανθυπολοχαγός στην προκάλυψη της Ανατ. Ορεινής Ροδόπης σε ένα τμήμα της ομώνυμης οροσειράς στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα.
Πριν όμως περιγράψω την επίσκεψή μου στα Πομακοχώρια μετά από 55 χρόνια που την θεωρώ προσκύνημα στους τόπους όπου ανάλωσα ένα σημαντικό μέρος της νιότης μου, θα ήθελα να αναπτύξω το σύντομο στρατιωτικό ιστορικό μου.
Μετά την προκαταρτική εκπαίδευσή μου στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Νεοσυλλέκτων (ΚΕΝ) Κορίνθου και την  επιλογή μου ως Υποψηφίου Εφέδρου Αξιωματικού (ΥΕΑ), έκανα τη βασική μου 6/μηνιαία εκπαίδευση στη Σχολή Εφέδρων Αξιωματικών Πεζικού (ΣΕΑΠ) στο Ηράκλειο της Κρήτης. Στη συνέχεια έκανα τη συμπληρωματική μου εκπαίδευση στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Καταδρομών (ΚΕΚ) Ρεντίνης δίπλα στη λίμνη Βόλβη Θεσσαλονίκης.
Από εκεί πήρα τη Διατακτική να παρουσιαστώ στο 29ο Μηχανοκίνητο Σύνταγμα που εδρεύει στην Κομοτηνή. Είμασταν μια παρέα με δύο Κομοτηναίους και έναν Ξανθιώτη. Αλλά εκεί χώρισαν οι δρόμοι μας. Παρουσιαστήκαμε στον Συνταγματάρχη, ο οποίος μας τοποθέτησε με την εξής λογική: Εσείς οι δύο Κομοτηναίοι θα τοποθετηθείτε στο 558 Μηχανοκίνητο Τάγμα Διοίκησης και θα υπηρετήσετε στην Κομοτηνή. Εσείς οι δύο θα τοποθετηθείτε και θα υπηρετήσετε στο 511 Τάγμα Προκαλύψεως. Εμπρός λοιπόν να παρουσιαστείτε στους διοικητές σας. Χωρίς καθυστέρηση παρουσιαστήκαμε στον Ταγματάρχη, ο οποίος μας τοποθέτησε με την εξής λογική: Εσύ που είσαι από την Ξάνθη τοποθετείσαι στο Λόχο Νυμφαίας που συνορεύει με την πατρίδα σου, κι εσύ που είσαι από τον ΄Εβρο τοποθετείσαι στον Λόχο Τσαρδακλή που γειτνιάζει με τον νομό σας. Μετά από έξι μήνες θα φροντίσω να κατεβείτε στην Κομοτηνή. Απευθυνόμενος σε εμένα είπε: Μεθαύριο πρωί στις 10 αναχωρεί η καναδέζα (στρατιωτικό όχημα) με τα ώνια για το Λόχο σου. Να είσαι εδώ για να σε μεταφέρει στο Τσαρδακλή, στο ύψωμα Ακρίτας.
Τη μεθεπόμενη ξεκινήσαμε με τις καλύτερες ανοιξιάτικες καιρικές προϋποθέσεις. ΄Οσο η καναδέζα πορεύονταν σε ασφαλτοστρωμένους δρόμους και πεδινές εκτάσεις, μέχρι το κεφαλοχώρι Φιλλύρα, δεν είχα καταλάβει κάτι από προκάλυψη. ΄Οταν όμως αρχίσαμε να ανηφορίζουμε σε κακοτράχαλους χωματόδρομους και δασοσκέπαστες περιοχές, περνώντας μέσα ή δίπλα από τα χωριά Δοκός, Σκιάδα, Δροσιά και Κάτω Βυρσίνη, τα οποία όπως με ενημέρωσε ο υπαξιωματικός ωνίων επρόκειτο για Πομακοχώρια, άρχισα να καταλαβαίνω ότι πορευόμαστε σε ορεινές εκτάσεις με μεγαλύτερη και πυκνότερη δασοκάλυψη.

Μετά από κοπιαστική διαδρομή φτάσαμε επιτέλους στην κορυφή του υψώματος Τσαρδακλή-Ακρίτας όπου δέσποζε το κτηριακό συγκρότημα του Λόχου. ΄Ένα επιβλητικό διοικητήριο στο πρώτο επίπεδο και κάπου κοντά ένα μικρό κτήριο διαβιβάσεων. Στα υψηλότερα επίπεδα ήταν το κτήριο-κοιτώνας για τους υπαξιωματικούς και τους στρατιώτες-οπλίτες και κάπου εκεί κοντά η αποθήκη, τα μαγειρεία και το εστιατόριο του Λόχου.

ΜΕΡΟΣ Β΄

Μετά την κοπιαστική άφιξή μας στο Λόχο παρουσιάστηκα αμέσως στον Λοχαγό-διοικητή και έγιναν οι απαραίτητες γνωριμίες συστάσεις και οδηγίες για τα καθήκοντά μου ως διμοιρίτη αξιωματικού. Με ενημέρωσε επίσης ότι στο Τσαρδακλή είχαμε μια δύναμη διμοιρίας με περίπου 35 άνδρες υπαξιωματικούς και τυφεκιοφόρους. Μαζί με τους μαγείρους, τους ημιονηγούς-μουλαράδες και ασυρματιστές-διαβιβαστές. Βέβαια τα τηλέφωνα εκείνης της εποχής ήταν τα γνωστά χειροκίνητα καβουρντιστήρια με μανιβέλα. Το χειμώνα που δεν μπορούσε το στρατιωτικό καμιόνι να ανεβεί στο ύψωμα για ανεφοδιασμό, χρησιμοποιούσαμε πέντε μουλάρια με τους ημιονηγούς για να μεταφέρουμε τα ώνια από τη Φιλλύρα ως την έδρα του Λόχου. Για τις έκτακτες καταστάσεις αποκλεισμού υπήρχαν βέβαια στην αποθήκη εφεδρικές γαλέτες και συντηρημένα τρόφιμα. Διαθέταμε επίσης και ένα άλογο για τις μετακινήσεις του Λοχαγού.
Με ενημέρωσαν επίσης ότι βορειότερα και πλησιέστερα προς τα σύνορα είχαμε τη διμοιρία Καρδάμου με δύο φυλάκια επί της συνοριογραμμής, το ένα της Σαρακηνής και το άλλο στην Κύμη. Στην βορειοανατολική πλευρά του Λόχου είχαμε τη διμοιρία της Σμιγάδας με τα δύο συνοριακά φυλάκια, το Φαντάρος και το Τέσσερα. Συνολική δύναμη του Λόχου προκαλύψεως με περίπου 100 άνδρες. Η περιοχή ευθύνης μας χαρακτηρίζονταν επιτηρούμενη ζώνη, όπου χρειάζονταν ειδική άδεια εισόδου από στρατιωτική υπηρεσία για όσους δεν ήταν μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής και βορειότερα κοντά στα σύνορα ήταν απαγορευμένη ζώνη. Τότε τα σύνορά μας φυλάσσονταν αυστηρώς και ενδελεχώς.
Ο χειμώνας του 1962-63 ήταν ο βαρύτερος και δριμύτερος χειμώνας της εικοσαετίας. Το χιόνι έφθασε μέχρι το ύψος των παραθύρων μας και δεν έλιωνε για πολλές εβδομάδες. Ευτυχώς που οι Πομάκοι της περιοχής είχαν προμηθεύσει όλα τα φυλάκια με δεκάδες τόνους ξύλα από μεσέδες και οι ξυλόσομπες δούλευαν μερόνυχτα και ασταμάτητα.
Από τη γνωριμία μου με τους Πομάκους αποκόμισα την εντύπωση πως πρόκειται για φιλήσυχους, νομοταγείς και καλοπροαίρετους ανθρώπους. Φυλετικά και φυσιογνωμικά καμία σχεδόν ομοιότητα με τους Τούρκους και τους Σλάβους και χρώμα δέρματος καστανόξανθο χωρίς μογγολικά χαρακτηριστικά.
Μου έκανε τρομερή εντύπωση ότι ενώ γεννήθηκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα και κυρίως οι γυναίκες δεν μιλούσαν ούτε επαρκώς την Ελληνική. Ρώτησα αργότερα τον Μουχτάρ (πρόεδρο) της Σμιγάδας να μου εξηγήσει το φαινόμενο και μου απάντησε ότι αυτό οφείλεται σε πολλούς λόγους: Πρώτον, ότι τα παιδιά δεν τα στέλνουν κανονικά και τακτικά στο σχολείο, γιατί τα χρησιμοποιούν ως τσοπανόπαιδα στα κοπάδια και σε  άλλες δουλειές. Δεύτερον, υπάρχει η αναγκαστική τριγλωσσία στο σχολείο, όπου δεν μπορούν να μάθουν ταυτόχρονα την Ελληνική και την Τουρκική ως ξένες γλώσσες και γι αυτό περιορίζονται στην μητρική Πομακική. Τρίτον, ζουν απομονωμένοι από τον έξω κόσμο χωρίς επαφές και επικοινωνίες και γι αυτό αναπαράγουν τη δική τους γλώσσα και τον πολιτισμό του στενού κοινωνικού περιβάλλοντος.
Στις ασχολίες των Πομάκων η καπνοκαλλιέργεια ήταν και είναι η κύρια και βασική σε συνδυασμό με την κτηνοτροφία αιγοπροβάτων και κυρίως αιγών που μπορούν να κινούνται και να τρέφονται ευκολότερα στα ανώμαλα εδάφη. Σε αναγκαίες ποσότητες καλλιεργούσαν σιτάρι, σίκαλη, καλαμπόκι και πατάτες. Σε κάποιο βαθμό ασχολούνται και με την υλοτομία. Ωστόσο, γενικά οι Πομάκοι συνιστούν μια ξεχωριστή ορεινή μουσουλμανική πληθυσμιακή ομάδα της ορεινής Ροδόπης και Ξάνθης που αντιστέκεται σθεναρά τόσο στον εκτουρκισμό όσο και στον εξελληνισμό.


ΜΕΡΟΣ Γ΄

Στα μέσα του χειμώνα και στις αρχές του νέου έτους 1963 ο Λοχαγός με διέταξε να μεταβώ, να εγκατασταθώ και να αναλάβω τη διμοιρία της Σμιγάδας για κάλυψη κενού του προηγούμενου διμοιρίτη που πήρε απολυτήριο. Διαμαρτυρήθηκα έντονα και ανθρώπινα αλλά με στρατιωτική πειθαρχία. Πήρα τηλέφωνο στον Ταγματάρχη και του υπενθύμισα την υπόσχεσή του ότι θα με κατεβάσει στην Κομοτηνή. Αντί γι αυτό με έστειλαν βορειότερα και μακρύτερα. Οι υπομονές μου στην απομόνωση και στη μοναξιά ανάμεσα στα βουνά είχαν εξαντληθεί. ΄Εχουμε πολλές και επείγουσες ανάγκες, κάνε κάποια υπομονή ακόμα, μου απάντησε ο Ταγματάρχης. Πήρα τα πράγματά μου και πήγα να εγκατασταθώ στη διμοιρία της Σμιγάδας.
Ο ανεφοδιασμός με ώνια της Σμιγάδας γίνονταν με στρατιωτικό όχημα μέχρι την Οργάνη που είχε ασφαλτοστρωμένο δρόμο. Από εκεί στο χωματόδρομο τα δύο μουλάρια μας μετέφεραν τα τρόφιμα μέχρι τη διμοιρία. Τέλος έρχονταν δύο φαντάροι από κάθε φυλάκιο για να παραλάβουν το δικό τους μερίδιο τροφίμων.
Μέχρι να τελειώσει ο βαρύς χειμώνα ήμαστε αποκλεισμένοι στο στρατώνα του φυλακίου με πολύ περιορισμένη επικοινωνία. Με τον ερχωμό της άνοιξης άρχισα τις συχνές πεζοπορίες και επισκέψεις μου τόσο στα γειτονικά χωριά όσο και στα δύο φυλάκια της διμοιρίας για να σπάσω τη ρουτίνα και να εκτονωθώ.
Μια μέρα μου τηλεφώνησε ο Λοχαγός να μεταβώ με το μουλάρι φυσικά στην διμοιρία του Καρδάμου, όπου έγινε ένα μικροατύχημα, και να του στείλω το πόρισμα. Πήγα το συντομότερο. Διαπίστωσα ότι ο Δόκιμος διμοιρίτης είχε ξεχάσει ότι υπήρχε σφαίρα στη θαλάμη από το 45/άρι πιστόλι του, το οποίο στην προσπάθειά του να το λύσει και να το καθαρίσει λόγω επικείμενης επιθεώρησης από τον Ταγματάρχη, αυτό εκπυρσοκρότησε με ευτυχή συνέπεια η σφαίρα (δηλαδή το μολύβι) να τρυπήσει αναίμακτα το σαρκώδες μέρος από το αυτί ενός στρατιώτη. Ολοκλήρωσα το πόρισμα και το έστειλα στον Λοχαγό.
Η φυτική και ζωϊκή βιοποικιλότητα της περιοχής ήταν πλουσιότατη. Οι δασωμένες εκτάσεις είχαν τεράστια ποικιλία θάμνων και δένδρων. ΄Ηταν τόσο πανύψηλα που περπατούσε κανείς κάτω από τα δένδρα που έκρυβαν τον ήλιο. Υπήρχαν και ξέφωτα. Εκτός από τα πουλιά μπορούσες να συναντήσεις κάθε είδους ζώο. Από ταπεινές χελώνες και σκαντζόχοιρους μέχρι τους γοργοκίνητους σκίουρους, τους λαγούς και τα αγριογούρουνα. Και όπου υπάρχουν φυτοφάγα υπάρχουν και σαρκοφάγα με λύκους, τσακάλια και αλεπούδες. Ψηλότερα στις απάτητες βουνοκορφές διαβίωναν μέσα στα δάση και λιγοστά ζαρκάδια αλλά και ελάχιστες αρκούδες με ελεύθερη διέλευση συνόρων.
Την εποχή εκείνη η Σμιγάδα είχε τη διμοιρία μας με 12 φαντάρους, είχε δημοτικό σχολείο με δύο δασκάλους (΄Ελληνα και Τούρκο) αλλά και οικοκυρική σχολή γυναικών με ειδικευμένη δασκάλα. Ωστόσο η περιοχή ήταν αποκλεισμένη και η εγκατάλειψη διάχυτη. Συγκοινωνία προς την Κομοτηνή με ελάχιστα δρομολόγια μόνο μέσω Οργάνης. Οι χωματόδρομοι ήταν διαβρωμένοι με λακκούβες και όταν έβρεχε ή χιόνιζε γίνονταν δύσβατοι έως άβατοι ακόμα και για τα κάρα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια, τα μέσα μεταφοράς της εποχής και της περιοχής.
΄Όχι μόνο δεν με κατέβασαν ποτέ στην Κομοτηνή (εκτός από τις άδειές μου) αλλά όταν φόρεσα το αστέρι του Ανθυπολοχαγού στα μέσα του καλοκαιριού μου ανέθεσαν, σύμφωνα με ελληνοβουλγαρικό πρωτόκολλο, ως επικεφαλή συνεργείου για τον καθαρισμό της ελληνικής συνοριογραμμής. Δηλαδή αποψίλωση της βλάστησης σε βάθος 5 μέτρων, διάνοιξη της συνοριακής αύλακας από χώματα φύλλα και πέτρες και αποκατάσταση φθορών στις συνοριακές πυραμίδες.
Τελικά το φθινόπωρο του 1963 εξάντλησα όλη τη στρατιωτική θητεία μου και πήρα απολυτήριο από τα όμορφα βουνά της Ροδόπης με τα Πομακοχώρια. Αλλά και όταν πήρα ανακατάταξη μέχρι το διορισμό μου ως δασκάλου και πάλι στα σύνορα με έστειλαν. Στα ΤΕΑ Δικαίων του Τριγώνου ΄Εβρου.


ΜΕΡΟΣ Δ΄ (Τελευταίο)

΄Ηταν 22 Σεπτεμβρίου 2017. Στο οδοιπορικό και στην επίσκεψή μας στα Πομακοχώρια ακολουθήσαμε το δρομολόγιο προς την Σμιγάδα μέσω Σαπών. Αρριανών, Φιλλύρας, Καλλιντήριου, Οργάνης και πολλών ενδιάμεσων χωριών και οικισμών. Ο ανηφορικός δρόμος προς τη Σμιγάδα ακολουθούσε παράλληλη πορεία μιας ατέλειωτης ρεματιάς κατάφυτης από καρυδιές, κερασιές και από την υπόλοιπη γνωστή χλωρίδα- βλάστηση της περιοχής.
Το φθινόπωρο είναι περίοδος συγκομιδής του καπνού. Στα διπλανά από το δρόμο χωράφια βλέπαμε τους καπνοπαραγωγούς να κάνουν τη συλλογή, το λεγόμενο σπάσιμο των φύλλων, να τα δεματίζουν και να τα μεταφέρουν με τα τρακτέρ στα σπίτια τους. Σε πολλές αυλές οι γυναίκες (κυρίως γερόντισσες) έκαναν το αρμάθιασμα-βελόνιασμα με μια τεράστια βελόνα μισού μέτρου και με μακρύ σπάγκο. Αυτές τις αρμαθιές τις κρεμούσαν για στέγνωμα στα υπόστεγα-ξηραντήρια. Η ποικιλία καπνού μπασμάς αποτελεί σχεδόν μονοκαλλιέργεια και αποφέρει ακόμα και σήμερα κάποιο επαρκές έσοδο στα φτωχά νοικοκυριά των Πομάκων αλλά και άλλων παραγωγών των ημιορεινών και των πεδινών εκτάσεων της Ροδόπης.
Μετά από κουραστική διαδρομή σε δρόμο με πολλές στροφές φτάσαμε στο κεφαλοχώρι της περιοχής, την Οργάνη, αλλά την προσπεράσαμε και συνεχίσαμε σε χωματόδρομο μέχρι τη Σμιγάδα.
Τελικά φτάσαμε στην είσοδο του χωριού όπου μας περίμεναν δυσάρεστες εκπλήξεις. Μπροστά μας ορθώνονταν τα κτήρια της πρώην διμοιρίας Σμιγάδας, όπου διαβίωσα 9 μήνες περίπου από τη νεανική ζωή μου. Η καρδιά μου σκίρτησε από συγκίνηση. Αλλά η απογοήτευση μου ήταν μεγάλη όταν προσπάθησα να περάσω την κεντρική πύλη του στρατώνα. Η πύλη εισόδου ερμητικά κλειστή και ολόκληρο το προαύλιο περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. ΄Όλα τα κτήρια ήταν ανακαινισμένα αλλά κλειδωμένα και έρημα.
Ρώτησα κάποιους κατοίκους και με πληροφόρησαν πως μέχρι πριν δύο χρόνια λειτουργούσε με μειωμένη δύναμη ως φυλάκιο αλλά από τότε έκλεισε οριστικά. Ρώτησα και είδα με τα μάτια μου πως 55 χρόναι μετά δεν λειτουργούσε πλέον καμιά από τις εκπαιδευτικές και κοινωνικές δομές. Στο φυλάκιο λουκέτο, τα σχολεία κλειστά και τα ελάχιστα παιδιά μεταφέρονται στο Δημοτικό της Οργάνης. Ακόμα 18 σχολεία από τα Πομακοχώρια έβαλαν λουκέτο τα τελευταία χρόνια.
Οι εκπλήξεις δεν τελείωσαν εκεί. Από τη Σμιγάδα ακολουθώντας έναν χωματόδρομο επισκεφθήκαμε για λίγο τον πρώην Λόχο Τσαρδακλή. Αλλά και εκεί η απογοήτευση και η πικρία με κυρίευσαν. Παντού λουκέτα και ερημιά. Τα κτήρια του συγκροτήματος ανακαινισμένα αλλά εγκαταλειμμένα θύμιζαν κάτι από την παλιά αίγλη του ιστορικού Λόχου Τσαρδακλή. Σήμερα, μετά από υποβάθμιση σε Διμοιρία Ακρίτας λέγεται Φυλάκιο Ακρίτας χωρίς έναν στρατιώτη.
Σκέφτηκα μελαγχολικά γιατί κανείς δεν αποφάσισε να αξιοποιήσει τα κτήρια τόσο του Λόχου όσο και των Διμοιριών Καρδάμου και Σμιγάδας. ΄Εμαθα πως μόνο η εκπαιδευτικός Χαρά Νικοπούλου με τον άνδρα της επιχείρησαν πριν 3 χρόνια να λειτουργήσουν ένα ΄Ιδρυμα Φιλοξενίας Ορφανών Παιδιών αλλά τελικά σκόνταψαν σε ανυπέρβλητα εμπόδια, σε προκαταλήψεις και σκοπιμότητες και εγκατέλειψαν.
Με τη βεβαιότητα πλέον πως δεν υπάρχει ούτε ένας στρατιώτης στην προκάλυψη και ότι τα σύνορά μας είναι αφύλακτα, επιστρέψαμε στη Σμιγάδα από τον ίδιο χωματόδρομο.
Με ανάμεικτα συναισθήματα χαρμολύπης αρχίσαμε τον κατηφορικό δρόμο της επιστροφής, με μια μικρή στάση στην Οργάνη για αναψυκτικό και διάλογο με τους γέροντες για τα παλιά και τα μελλούμενα. Σε ψηλότερο πεζούλι οι γυναίκες παρατηρούσαν και σχολίαζαν.
Αυτή τη φορά δεν ακολουθήσαμε το ίδιο δρομολόγιο αλλά μέσω Γρατινής, Ροδίτη και Κομοτηνής. Ακολουθώντας την Εγνατία τελειώσαμε το σύντομο οδοιπορικό μας στα Πομακοχώρια και επιστρέψαμε στην Αλεξανδρούπολη με γεμάτα οξυγόνο και καθαρό βουνίσιο αέρα τα πνευμόνια μας.



*Ο Παναγιώτης Κουσίδης είναι συνταξιούχος δάσκαλος και αρθρογράφος στις εφημερίδες «Η ΓΝΩΜΗ» και «ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΘΡΑΚΗ»  της Αλεξανδρούπολης. Το 1962 - 63 υπηρέτησε ως έφεδρος αξιωματικός στο Λόχο Τσαρδακλή (σήμερα Φυλάκιο Ακρίτας) και στη Διμοιρία της Σμιγάδας. 



Τετάρτη 22 Ιουνίου 2016

ΞΑΝΘΗ: Τα χωριά των Πομάκων



ΞΑΝΘΗ:  Τα χωριά των Πομάκων


Κείμενο-Φωτογραφίες: Θοδωρής Αθανασιάδης

Ζωντανά χωριά απλώνονται σαν δίχτυ πάνω στο πλούσιο ανάγλυφο της οροσειράς της Ροδόπης, εδώ στο ακρινό της Θράκης. Ανθρωποι αυθεντικοί τα κατοικούν, ακούραστοι ξωμάχοι που παλεύουν εδώ και αιώνες την τραχιά αλλά όμορφη γη τους. Καλώς ήλθατε στα Πομακοχώρια

Ταξίδι
 24/1/2013

Για μεγάλο χρονικό διάστημα και με το πρόσχημα της μουσουλμανικής θρησκείας, οι Πομάκοι αντιμετωπίστηκαν από την επίσημη πολιτεία ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και περιορίσθηκαν σιγά σιγά στα χωριά τους, δημιουργώντας πρόσφορο έδαφος για κάθε λογής εθνικιστική προπαγάνδα.

Όμως εδώ και 16 χρόνια η περίφημη «μπάρα» που υπήρχε στην είσοδο των περισσότερων οικισμών στα ορεινά των Νομών Ξάνθης και Ροδόπης και απαγόρευε την ομαλή μετακίνηση των επισκεπτών αλλά και των κατοίκων προς τα χωριά τους και τα αστικά κέντρα δεν υπάρχει πια. Σήμερα ο ταξιδευτής μπορεί απρόσκοπτα πλέον να εξερευνήσει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα τμήματα της ελληνικής γης που είχαν μείνει σε απομόνωση για δεκάδες χρόνια.

Όμως ας βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά.

Τα πομάκικα χωριά απαντώνται σε ολόκληρο το μήκος των συνόρων της Θράκης με τη Βουλγαρία, όμως χωρίς καμία αμφιβολία η περιοχή του Εχίνου, που διοικητικά υπάγεται στον Νομό Ξάνθης, συμπεριλαμβάνει τα περισσότερα (περίπου 20 τον αριθμό) κι αυτά με τους περισσότερους κατοίκους.

Ετυμολογικά η ονομασία Πομάκος πιθανόν να προέρχεται από τη  βουλγάρικη λέξη «πομάκ» που σημαίνει βοηθώ. Κατά μια άλλη εκδοχή ωστόσο, παρουσιάστηκε στα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Οι σημερινοί Πομάκοι ζουν και παλεύουν με αυτόν τον όμορφο, αλλά τραχύ τόπο, εδώ και χιλιάδες χρόνια. Από πολλούς μελετητές θεωρούνται γηγενής πληθυσμός και γνήσιο θρακιώτικο φύλο, απόγονοι των αρχαίων Αγριάνων (οι Τούρκοι σε παλαιότερες αναφορές τους αποκαλούσαν Akrians και οι Βυζαντινοί Αχριάνες).



Τα ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά τους παρουσιάζουν ενδιαφέρον, καθώς είναι στην πλειονότητα τους ψηλοί με λευκό δέρμα, γαλανά μάτια και ανοικτόχρωμα μαλλιά. Οι Πομάκοι είναι περήφανος λαός, εγκάρδιοι και ζεστοί άνθρωποι, ακάματοι δουλευτές της άγονης γης. Εύκολα τους πλησιάζεις και νιώθεις την ανάγκη τους για απλή, φιλική και ανθρώπινη επικοινωνία.

Δυστυχώς στα χωριά τους δεν υπάρχει ακόμη αξιόλογη τουριστική υποδομή, αν και διαθέτουν όλα τα προσόντα για να αναπτύξουν τον οικολογικό, θρησκευτικό, πολιτισμικό και ιαματικό τουρισμό. Πρέπει με πρωτοβουλία του κράτους και τη συνεργασία ντόπιων παραγόντων να δημιουργηθούν μικροί παραδοσιακοί ξενώνες, ώστε να δοθεί το έναυσμα σε περισσότερους ταξιδιώτες να επισκεφτούν τούτο τον ιδιαίτερο τόπο.


Καπνά και ζωντανά χωριά

Τα Πομακοχώρια του Νομού Ξάνθης προσεγγίζονται εύκολα από τον δρόμο που συνδέει την Ξάνθη με τη Σταυρούπολη. Αφήνουμε λοιπόν πίσω την πρωτεύουσα του νομού και ακολουθώντας πορεία παράλληλη με την κοίτη του ποταμού Κόσυνθου για περίπου 8 χιλιόμετρα, βγαίνουμε στο κομβικό σημείο όπου ο δρόμος δεξιά μας οδηγεί στον Εχίνο.
Στην πορεία μας ένα πλήθος μικρών και μεγαλύτερων χωριών βρίσκονται διάσπαρτα ανάμεσα σε δάση, ρεματιές και μικρές μα εύφορες ορεινές κοιλάδες. Η γη ολόγυρα καθώς φαίνεται δουλεμένη από τον ανθρώπινο μόχθο, προσφέρει τα λίγα, αλλά εκλεκτά αγαθά της, κηπευτικά, μα κυρίως καπνά, εξαιρετικής ποιότητας (της αρωματικής ποικιλίας «μπασμά»). Τα χωριά Σμίνθη (παλιά Σμίτσια) και Μύκη βρίσκονται πάνω στον δρόμο και μας χαρίζουν το πρώτο καλωσόρισμα. Συνεχίζουμε για Εχίνο, το μεγάλο και πολυάνθρωπο κεφαλοχώρι με τους 3.000 χιλιάδες κατοίκους που απέχει 26 χιλιόμετρα από την Ξάνθη.


 Η οικιστική δραστηριότητα που απλώνεται γύρω από τις πλαγιές ενός σχετικά χαμηλού λόφου, δίνει την εντύπωση από μακριά μιας ολάκερης πολιτείας. Ο ναός του Αϊ- Γιώργη -άγιος που τιμάται κι από τους μουσουλμάνους Πομάκους-, τρία μεγάλα τζαμιά και το Ιεροσπουδαστήριο (μουσουλμανικό σχολείο) είναι αυτά που ξεχωρίζουν ανάμεσα στα πολυάριθμα κτίρια.

Λίγο έξω από το χωριό βρίσκεται το Οχυρό Εχίνου, ένα από τα θρυλικά οχυρά που σχημάτιζαν τη λεγόμενη «Γραμμή Μεταξά». Οι μάχες που έγιναν εδώ τον Απρίλη του 1941 ήταν επικές. Σήμερα μια μαρμάρινη πλάκα θυμίζει τους 23 ηρωικούς νεκρούς μας, ανάμεσά τους και τρεις Πομάκοι.

Ιστορικές αναδρομές

Οι Πομάκοι, μειονότητα καθώς ήταν από τα πανάρχαια χρόνια, υποτάχθηκαν κατά καιρούς στους διάφορους ισχυρούς. Από τον 7ο π.Χ. αιώνα και μετά, όταν άρχισαν να δημιουργούνται οι πρώτες ελληνικές αποικίες στα θρακικά παράλια, οι Αγριάνες (πιθανοί πρόγονοι των Πομάκων) δέχθηκαν τις επιρροές του ελληνικού πολιτισμού.
Αργότερα επάνδρωσαν επάξια με εκλεκτούς στρατιώτες τις μακεδονικές φάλαγγες του στρατού του Αλέξανδρου. Μάλιστα στον Αλέξανδρο αποδίδεται η ρήση «απέναντι στους μαλθακούς Πέρσες θα αντιτάξω τους ηρωικούς μου Αγριάνες». Όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο, οι σκληροτράχηλοι πολεμιστές ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία, αφού η περιοχή τους διέθετε πλούσια βοσκοτόπια.


Αργότερα στα χρόνια του Βυζαντίου εκχριστιανίστηκαν και έζησαν ειρηνικά για μεγάλο χρονικό διάστημα στους κόλπους της πολυπολιτισμικής Aνατολικής Αυτοκρατορίας. Όταν τα βουλγάρικα φύλα εγκαταστάθηκαν στη χερσόνησο του Αίμου, οι Αγριάνες βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα. Εκείνη την εποχή η γλώσσα τους -που ας σημειώσουμε ακόμη και σήμερα δεν έχει παράδοση γραφής- δέχθηκε επιρροές και από τη βουλγάρικη διάλεκτο. Όταν οι οθωμανικές στρατιές πλημμύρισαν τη Θράκη, οι Αγριάνες αντέταξαν σθεναρά την ορθόδοξη πίστη τους στις προσπάθειες εκτουρκισμού τους. Τελικά ασπάσθηκαν τον ισλαμισμό ομαδικά -μεταξύ 1656 και 1660-, έπειτα από ομόφωνη αποδοχή του πληθυσμού, προκειμένου να γλιτώσουν τα χειρότερα. 

Ιδιαίτερες διαδρομές

Μια Μέδουσα στο βουνό: Χρησιμοποιώντας τον Εχίνο ως αφετηρία συνεχίζουμε το οδοιπορικό μας ακόμη πιο βόρεια για να επισκεφθούμε τα χωριά που αγγίζουν την ελληνοβουλγαρική μεθόριο. Λίγο έξω από τον οικισμό ο δρόμος διακλαδίζεται. Αν στρίψουμε δεξιά θα κατευθυνθούμε προς τις Θέρμες με τις τρεις γειτονιές και θα καταλήξουμε στην παραποτάμια Μέδουσα. Η διαδρομή αυτή δεν είναι πάνω από 16 χιλιόμετρα. Αν συνεχίσουμε ευθεία θα περάσουμε από το χωριό Μελίβοια και θα κατευθυνθούμε προς το παραμεθόριο Δημάρι.

Ακολουθώντας τη διαδρομή προς Μέδουσα θα περάσουμε πρώτα από Θέρμες. Το χωριό είναι κτισμένο στις όχθες του Ξεροπόταμου, διατηρεί αρκετά παραδοσιακά σπίτια και χωρίζεται σε Άνω, Κάτω και Μέσες Θέρμες.


Λίγο έξω από τις Κάτω Θέρμες βρέθηκε ένας βράχος ύψους περίπου 7 μέτρων με χαραγμένο λιθανάγλυφο στο οποίο απεικονίζεται ανθρώπινη φιγούρα -πιθανόν του θεού Μίθρα (ο περσικός θεός ήλιος)- να θυσιάζει ταύρο. Παρόλο που υπάρχουν πινακίδες και το μονοπάτι που οδηγεί εδώ είναι σύντομο, πιθανόν να μη δείτε τον βράχο καθώς η περιοχή κυριολεκτικά πνίγεται στην άγρια βλάστηση.

Στον δρόμο για Μέδουσα συναντάμε τα Λουτρά Θερμών. Εδώ πλάι στο κτίριο των παλιών λουτρών έχει κτισθεί το καινούργιο, όπου βρίσκεται η μεγάλη πισίνα με το ιαματικό νερό.

Επόμενη στάση το χωριό Μέδουσα (22 χλμ. από Εχίνο εκ των οποίων 4 χλμ. σε βατό χωματόδρομο), ένα από τα πιο ενδιαφέροντα πομάκικα χωριά με άφθονα καλοδιατηρημένα σπίτια και μικρά καπνοχώραφα που μοιάζουν σαν να έχουν σκορπιστεί με επιμέλεια γύρω από την κοίτη του Ξεροπόταμου. Το καλοστεκούμενο μονότοξο γεφύρι δρασκελίζει το ποτάμι και ενώνει μαζί με το νεότευκτο τσιμεντένιο τις δυο αντικριστές γειτονιές.

Στα σύνορα: Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η άλλη διαδρομή που φεύγει δυτικά από τον Εχίνο με προορισμό τα ορεινά χωριά Κοτύλη (12 χλμ. από Εχίνο.) και Δημάρι (18 χλμ. από Εχίνο). Ο δρόμος ελίσσεται μέσα από υπέροχα δάση, ποτάμια, μικρά καταπράσινα χωράφια. Στην πορεία μας θα διασχίσουμε το χωριό Μελίβοια όπου βρίσκεται ένα από τα παλιότερα τζαμιά της περιοχής (19ος αιώνας), αλλά και παλαιοχριστιανικοί τάφοι και θα βρούμε τη διασταύρωση που οδηγεί στην όμορφη Κοτύλη, ένα χωριό με καταπράσινα κηπάρια.


 Το Δημάρι απέχει 45 χιλιόμετρα από την πόλη της Ξάνθης κι είναι ένα από τα πλέον απόμακρα, ορεινά χωριά του νομού. Όμως η πρόσβαση λόγω του ασφάλτινου δρόμου είναι εύκολη και πραγματικά αξίζει τον κόπο να έρθει κανείς μέχρι εδώ. Με περισσότερους από 600 μόνιμους κατοίκους, το χωριό βρίσκεται σκαρφαλωμένο σε ύψος 850 μέτρων στις παρυφές του όρους Γυφτόκαστρο (1.827 μ.), εκεί όπου αρχίζει η δασική ζώνη της μαύρης πεύκης και της οξιάς.

Μόλις λίγα χιλιόμετρα βορειότερα βρίσκονται τα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Νότια και δυτικά από το Δημάρι θα συναντήσουμε μια ακόμη συστάδα όμορφων πομάκικων χωριών που προσεγγίζονται τόσο από τον Εχίνο όσο και απ’ την Κοτύλη, αλλά και τη Σμίνθη που βρίσκεται πάνω στον κεντρικό δρόμο Ξάνθης - Εχίνου. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουμε τα χωριά Πάχνη, Γλαύκη, Κένταυρος, Κύκνος, Ρεύμα και Ωραίο. 

Ο τεκές του Μπουνταλά Χότζα
Κοντά στο χωριό Θέρμες υπάρχει κι ο τεκές (ισλαμικό θρησκευτικό κέντρο) του Μπουνταλά Χότζα που εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες της μουσουλμανικής αίρεσης των Μπεκτασήδων - σε αντίθεση με τους υπόλοιπους Πομάκους που είναι σουνίτες μουσουλμάνοι.

ΔΙΑΜΟΝΗ
ΘΕΡΜΕΣ: Σε συνεννόηση με το κοινοτικό γραφείο μπορείτε να μείνετε στους ξενώνες των ιαματικών λουτρών (25440 23232).

ΛΥΚΟΔΡΟΜΙΟ: Λίγο μετά τη διασταύρωση από Ξάνθη για Εχίνο, θα βρείτε σε ήσυχο σημείο με άφθονη βλάστηση τον ξενώνα «ΤΖΙΒΑΕΡΙ» (2541074843,www.tzivaeri.eu ).
ΑΓΡΙΑΝΗ: Στο 4ο χλμ. του δρόμου Ξάνθης - Σταυρούπολης, δίπλα στον ποταμό Κόσυνθο, βρίσκεται το «CHALET ΑΓΡΙΑΝΗ» (25410 83777, www.agriani-hotel.gr ).




ΦΑΓΗΤΟ
Στο 10ο χλμ. Ξάνθης -Εχίνου υπάρχει η ταβέρνα «ΑΓΝΑΝΤΕΜΑ» (25410 30700) με υπέροχη θέα και χώρους στάθμευσης. Στην απόμερη Κοττάνη θα βρείτε την ομώνυμη παραδοσιακή ταβέρνα (25440 23520, www.kottani.gr), με αυθεντική πομάκικη κουζίνα από τα χέρια του Τζεμήλ.

Στη Σμίνθη -λίγο πριν από τον Εχίνο- υπάρχουν οι ταβέρνες «ΒΟΥΝΟ» (25410 62277) και «ΓΕΦΥΡΑ» (25410 20741) όπου θα δοκιμάσετε και πομάκικες γεύσεις.


Στο χωριό Ωραίο θα βρείτε την ψαροταβέρνα των ΙΣΜΕΤ και ΟΣΜΑΝ (25410 66190) που σερβίρει πέστροφες ιχθυοτροφείου στο τηγάνι, ενώ επί του δρόμου Σταυρούπολης - Ξάνθης (πριν από τη διασταύρωση για Εχίνο) είναι το «ΠΗΛΙΜΑ» (25410 24242) όπου θα δοκιμάσετε κοκορέτσι, κοντοσούβλι αλλά και μαγειρευτά φαγητά.
Στα Λουτρά Θερμών επιλέξτε τις ψησταριές του ΝΑΖΗΡ ΧΑΣΑΝ (6973580913) και του ΚΑΛΕΜΤΖΗ ΚΕΜΑΛ (25440 22474 - 6977597500) που νοικιάζουν και δωμάτια, ενώ επιπλέον οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να κάνουν και ιαματικό λουτρό στις ιδιωτικές χαβούζες. 


FAST INFO
ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΙ ΑΓΙΟΙ
Οι Πομάκοι ακόμα και σήμερα διατηρούν αρκετά χριστιανικά έθιμα στις λατρευτικές -μουσουλμανικές- συνήθειές τους. Έτσι ακόμη σταυρώνουν το ψωμί πριν το κόψουν, γιορτάζουν τις εορτές των Αγ. Γεωργίου, Δημητρίου, Βασιλείου, αναφέρονται με ευλάβεια στην Τεοτόκα (Παναγία), ενώ στις 15 Αυγούστου αναβιώνουν το πανάρχαιο θρακικό έθιμο της πάλης.

Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΗΣ ΛΟΖΑΝΗΣ
Το 1923 τα Πομακοχώρια μοιράζονται οριστικά ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία. Ταυτόχρονα αναγνωρίζονται τα δικαιώματα των ελληνικών (Κων/πολη, Ίμβρος Τένεδος) και μουσουλμανικών μειονοτήτων που αφορούν τους Πομάκους, τους τουρκογενείς μουσουλμάνους και τους Ρομά (αθίγγανους).



Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΟΥ ΠΑΠΑ
«Παπάς κιοπρουσού» ονομάζουν οι Πομάκοι το όμορφο γεφύρι που βρίσκεται στον ποταμό Κόσυνθο, ανάμεσα στους οικισμούς Ωραίο και Ρεύμα και σε υψόμετρο 415 μ. Θεωρείται βυζαντινής κατασκευής και ηλικίας περίπου 600 ετών (παρατηρήστε τη χάραξη σταυρού που υπάρχει στο κλειδί της καμάρας του μεγάλου τόξου). Σε μικρή απόσταση βρίσκεται ο εν ενεργεία νερόμυλος του Χαλίλ. Παλιό και εξίσου ενδιαφέρον είναι το πέτρινο τοξωτό γεφύρι κοντά στο χωριό Σταμάτη.

ΕΠΙΣΚΕΦΘΕΙΤΕ ΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ
Από τα Λουτρά Θερμών διανύοντας μόνο 15 χιλιόμετρα θα επισκεφθείτε το παραδοσιακό χωριό Ζλάτογραντ της Βουλγαρίας. Στο φυλάκιο που υπάρχει στα σύνορα αρκεί η επίδειξη μόνο της ελληνικής ταυτότητας.

Κείμενο-Φωτογραφίες: Θοδωρής Αθανασιάδης
http://www.viewsofgreece.gr/