Πέμπτη 27 Ιανουαρίου 2011

Πέτρινα Γεφύρια στον ορεινό όγκο της Ροδόπης


* Η εισήγηση συμπεριλαμβάνεται στον τόμο: «Περί Πετρογέφυρων». A’ επιστημονική συνάντηση Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών. Αθήνα 2003 σελ 31-44

Πέτρινα Γεφύρια στον ορεινό όγκο της Ροδόπης
(Ορεινοί Δρόμοι και κόμβοι επικοινωνίας στην οροσειρά της Ροδόπης κατά το 18ο και 19ο αιώνα)

Νικόλαος θ. Κόκκας


Η οροσειρά της Ροδόπης απετέλεσε ένα ζωτικό σταυροδρόμι, μία γέφυρα που συνέδεσε τον Ελλαδικό χώρο με τα Βαλκάνια αλλά και την ανατολή με τη δύση. Από τα προϊστορικά έως τα νεότερα χρόνια γνώρισε συχνές μετακινήσεις φυλετικών ομάδων, εγκαταστάσεις αποίκων, επιδράσεις λαών και πολιτισμών, εχθρικές επιδρομές, πολέμους και κατακτητές. Eδώ συναντάμε μερικές από τις πιο απομονωμένες ορεινές κοινότητες των Βαλκανίων, κοινότητες που ακόμα και σήμερα διατηρούν τις γλωσσικές, θρησκευτικές και πολιτισμικές τους ιδιαιτερότητες. Mια προσεκτική μελέτη των ανθρωπολογικών και των γεωμορφολογικών στοιχείων της οροσειράς της Ροδόπης μας δίνει πολλές πληροφορίες σχετικά με τις μετακινήσεις των ορεινών πληθυσμών κατά το παρελθόν αλλά και τις πολιτισμικές οσμώσεις και ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή.

1. ΟΙ ΜΕΤΑΚΙΝΗΣΕΙΣ ΤΩΝ ΟΡΕΙΝΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ

Πολλοί ήταν οι ιστορικοί και περιβαλλοντικοί που οδήγησαν στη δημιουργία νομαδικών πληθυσμών στο Βαλκανικό χώρο που μετακινούνταν την άνοιξη προς τα υψίπεδα για να περάσουν τους θερινούς μήνες και στα τέλη Νοεμβρίου πάλι κατηφόριζαν για τα μέρη όπου μπορούσαν να ξεχειμωνιάσουν. Οι ποιμενικές κοινωνίες είχαν ιδιαίτερη δυναμική καθώς οι άνθρωποι αναζητούσαν το βέλτιστο συνδυασμό χώρου και χρόνου για να μεγιστοποιήσουν τις ωφέλειες για τα κοπάδια τους: υψηλή ποιότητα και ποσότητα βοσκής, καλής ποιότητας νερό και ευνοϊκές θερμοκρασίες.
Εκτός, όμως, από τους μετακινούμενους πληθυσμούς που χρησιμοποιούσαν τους ορεινούς δρόμους διασχίζοντας τα πέτρινα γεφύρια της Ροδόπης, σε όλη την έκταση της οροσειράς συναντάμε τους μόνιμους οικισμούς των Πομάκων. Οι Πομάκοι σλαβόφωνοι Μουσουλμάνοι της οροσειράς της Ροδόπης πιστεύεται ότι είναι αρχαίο θρακικό φύλο που εκσλαβίστηκε γύρω στο 10ο μ.Χ. αιώνα και εξισλαμίστηκε από το 15ο έως το 18ο αι. Οι παραδοσιακές κοινότητες των Πομάκων ήταν διασκορπισμένες σε όλη την οροσειρά της Ροδόπης.Οι οικισμοί τους αρχίζουν να διαμορφώνονται στη σημερινή τους θέση κατά το 18ο και 19ο αιώνα. Τα σπίτια τους είχαν κοινά γνωρίσματα. Ήταν φτιαγμένα με τα υλικά του γύρω χώρου, από πέτρες και ξύλα. Oι στέγες των σπιτιών σκεπάζονταν με σχιστολιθικές πλάκες (tíklie). Για ασφάλεια, κλείδωναν τις πόρτες των σπιτιών με σιδερένιο σύρτη ("sirmé zólezno") ή με ξύλινο δοκάρι ("sirmé dórveno") από πίσω. Άλλοτε πάλι έφτιαχαν κρυφό ξύλινο μάνταλο ("mantalé") για την πόρτα, με μυστικό άνοιγμα μια οπή που μόνο εκείνοι γνώριζαν. Στα χωράφια τους τα χόρτα που προόριζαν για ζωοοτροφές τα στοίβαζαν σε πυραμιδωτές θημωνιές ("kupén" ή "líznitsa" αν είναι πάνω σε διχάλα δένδρου) που εντυπωσιάζουν με την κατασκευή τους. Οι απομονωμένες κοινότητες των Πομάκων της Θράκης συνδέθηκαν επί αιώνες με την ιστορία του ορεινού όγκου της Ροδόπης, όπου καλλιέργησαν μια πλούσια προφορική παράδοση στην Πομακική γλώσσα (δημοτικά τραγούδια, λαίκά παραμύθια, παραδόσεις, παροιμίες κλπ).
Η είσοδος των Οθωμανών στα Βαλκάνια γίνεται αισθητή και στην οροσειρά της Ροδόπης. Οι Τούρκοι ξεκινούν εποικισμό της Θράκης με Γιουρούκους, που συνεχίζεται κατά τον 15ο και 16ου αιώνα. Τότε η Ροδόπη και οι νότιες περιοχές μέχρι την θάλασσα εποικίσθηκαν με Γιουρούκους και Κονιάρους. Η μεταστροφή των Πομάκων στον μωαμεθανισμό, που είχε αρχίσει επί Σελήμ Α΄(1512 – 1526), έλαβε ομαδικό χαρακτήρα γύρω στα 1660, επί Μωάμεθ Δ΄ (1656 – 1661. Τότε κατεδαφίσθηκαν επί της Ροδόπης 218 εκκλησίες και 336 παρεκκλήσια. Ιδιαίτερο ρόλο στη διείσδυση του Ισλάμ στα Θράκη έμελλε να παίξει η Μουσουλμανική αίρεση του Μπεκτασισμού. Ανάμεσα στα μπεκτασικά κτίσματα στη Θράκη συναντάμε τεκέδες, τάφους αλλά και πέτρινα γεφύρια στα μπεκτασικά χωριά του Ν.Έβρου (π.χ. κοντά στον τεκέ της Ρούσσας).


2. ΕΜΠΟΡΙΚΟΙ ΔΡΟΜΟΙ & ΚΟΜΒΟΙ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ


Στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων οι έμποροι συνήθως προμηθεύονταν τα εμπορεύματά τους από τους κατά τόπους παραγωγούς. Για τη μεταφορά προϊόντων που δεν υπήρχαν σε μια περιοχή υπήρχαν πολλά φυσικά εμπόδια αλλά και κίνδυνοι από τους ληστές. Οι χερσαίοι δρόμοι της Ανατολής που έφερναν στην Κωνσταντινούπολη μπαχαρικά, μεταξωτά και αρώματα συνεχίζονταν προς τη χερσόνησο του Αίμου με διάφορα παρακλάδια. Τα καραβάνια των εμπόρων στη μεταφορά χρησιμοποιούσαν άλογα, μουλάρια και καμήλες.
Ο βασικότερος εμπορικός άξονας τόσο στα Ρωμαϊκά όσο και στα Βυζαντινά χρόνια ήταν η Εγνατία Οδός. Από τον Έβρο μέχρι το Δυρράχιο της Αλβανίας κάλυπτε μια απόσταση 800 χιλιομέτρων διασχίζοντας ατέλειωτα ημιορεινά περάσματα με μια εξαιρετική κατασκευή του οδοστρώματος. Σιγά σιγά στην Εγνατία προστέθηκαν μία σειρά από δευτερεύοντες δρόμοι και μονοπάτια. Θεωρείται βέβαιο ότι οι περισσότεροι δρόμοι κατασκευάζονταν πάνω σε άλλους που προϋπήρχαν. Ο ίδιος περίπου άξονας με τα κάθετα παρακλάδια του ήταν σε χρήση και κατά τους επόμενους αιώνες. Στα σταυροδρόμια των μονοπατιών συναντάμε συχνά τα απομεινάρια εμπορικής δραστηριότητας: νερόμυλους, ασβεστοκάμινα, βρύσες, ποτίστρες, μικρές καλύβες. Τέτοιες μαρτυρίες, μαζί με τα ερείπια από φρούρια και βίγλες εγκατασπαρμένα σε πολλά σημεία του ορεινού όγκου της Ροδόπης, τα παλαιά νεκροταφεία και τα θεμέλια εγκαταλειμμένων οικισμών, μας βοηθούν να αναπαραστήσουμε ένα ακμάζοντα ζωτικό χώρο κατά το 18ο και 19ο αιώνα, όπου οι ορεινές κοινότητες των Ροδοπαίων ανέπτυξαν το δικό τους λαϊκό πολιτισμό και τις δικές τους παραγωγικές διαδικασίες.
Αξίζει να αναφερθούμε στη χάραξη αλλά και τον τρόπο κατασκευής των ορεινών μονοπατιών. Ο ρόλος που έπαιζε η μορφολογία του εδάφους ήταν καθοριστικός. Αυτή, μαζί με την ύπαρξη πηγών για το πότισμα των ζώων, ήταν ουσιαστικά που καθόριζε τα κομβικά σημεία, τα σημεία διέλευσης των ποταμών, την κλίση του μονοπατιού αλλά και το υλικό της κατασκευής του οδοστρώματος. Ο τρόπος που ακολουθούσαν την πλαγιά των βουνών, αποφεύγοντας τις απότομες κλίσεις και αναζητώντας τις πιο εύλογες λύσεις, επιδιώκοντας την ταχύτερη και ασφαλέστερη μετακίνηση, μας αποκαλύπτει μια σοφία των κατοίκων των ορεινών περιοχών απόλυτα εναρμονισμένη με το φυσικό περιβάλλον. Το οδόστρωμα των μονοπατιών δεν ήταν πάντοτε στρωμένο με καλντερίμι. Στους κεντρικούς οδικούς άξονες συνήθως συναντάμε πολύ καλές κατασκευές με λαξευμένες πέτρες που έχουν τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε η όλη κατασκευή να αντέχει σε σκληρή χρήση και σε κακές καιρικές συνθήκες, με ιδιαίτερη ενίσχυση των σημείων που κινδυνεύουν από διάβρωση. Τα περισσότερα μονοπάτια ήταν φτιαγμένα για διέλευση ανθρώπων αλλά και φορτωμένων ζώων για τη μεταφορά αγαθών. Αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι η ορεινή περιοχή το χειμώνα σκεπάζεται με χιόνια για μεγάλο χρονικό διάστημα και δέχεται καταρρακτώδεις βροχές και χαλάζι καταλαβαίνουμε ότι μόνο με τη σωστή τεχνική μπορεί ένα μονοπάτι να παραμείνει προσπελάσιμο. Έτσι λοιπόν, παρατηρούμε συχνά πρόβλεψη για αποστράγγιση των ομβρίων υδάτων, και βλέπουμε να δημιουργούνται κράσπεδα ένθεν και ένθεν του οδοστρώματος για την προστασία του. Επίσης, στις αρτιότερες κατασκευές συναντάμε υπόστρωμα με χαλίκια και χώμα κάτω από το καλντερίμι και μια κεντρική σειρά λίθων, όπως και στους αρχαίους δρόμους.
Φυσικά, οι ορεινοί δρόμοι διέρχονταν από τα κομβικά σημεία των γεφυριών. Ας δούμε μερικά παραδείγματα σημαντικών ορεινών κόμβων από την περιοχή του Ν.Ξάνθης:

Α. Κόμβος 8ου χλμ Ξάνθης-Σταυρούπολης. Μια μικρή γέφυρα που καταστράφηκε στις πλημμύρες του 1996 συνέδεε το μονοπάτι του ποταμού Κόσυνθου που ερχόνταν από την Ξάνθη με αυτά που συνέχιζαν ανατολικά προς Σταυρούπολη και βόρεια προς Εχίνο-Βουλγαρία.

Β. Κόμβος Σμίνθης. Το παλιό μονοπάτι περνούσε πάνω από τη μεγάλη (με το εντυπωσιακό για την περιοχή μήκος των 17.50 μ.) πέτρινη γέφυρα της Σμίνθης η οποία βρίσκεται ανατολικά του τζαμιού της Σμίνθης και είναι τώρα γκρεμισμένη.

Γ.Κόμβος Μύκης. Η Μύκη είναι ένα χωριό περικυκλωμένο από βουνά και αθέατο από το κάτω μέρος του μονοπατιού που ανεβαίνει από τη Σμίνθη. Ακριβώς δίπλα στη σημερινή γέφυρα στην είσοδο του χωριού υπήρχε στα δυτικά γέφυρα, τα ερείπια της οποίας διακρίνονται ακόμα.

Δ. Κόμβος Εχίνου. Όντας το μεγαλύτερο Πομακοχώρι της ορεινής Ξάνθης, ο Εχίνος αποτελούσε από παλιά σημείο συνάντησης των ορεινών δρόμων αλλά και σημαντικό εμπορικό σταυροδρόμι καθώς βρίσκεται στην απόληξη της μεγάλη κοιλάδας του Κομψάτου που κατεβαίνει από την περιοχή Δημαρίου.

Ε. Κόμβος Σατρών. Από τις Σάτρες οι οδοιπόροι που έρχονταν από τον Εχίνο μπορούσαν είτε να ανηφορίσουν προς Δουργούτι-Γιαννοχώρι-Τσαλαπετεινό-Καλότυχο-Κούσλα-Βουλγαρία είτε να περάσουν τα βουνά προς τα νότια και να φτάσουν στο Υδροχώρι και να κατηφορίσουν προς Άσκυρα-Σούνιο.


3. ΠΕΤΡΙΝΑ ΓΕΦΥΡΙΑ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ

Πολύ συχνά τα μονοπάτια στον ορεινό όγκο της Ροδόπης ακολουθούσαν την κίνηση των ποταμών. Έτσι, ο Στρυμόνας, ο Νέστος, ο Κόσυνθος, ο Κομψάτος, ο Λίσσος, ο Φιλλιούρης, ο Άρδας τόσο στο Ελληνικό όσο και στο Βόρειο τμήμα τους είναι γεμάτοι από παρόμοιας κατασκευής πέτρινα γεφύρια, απομεινάρια του δικτύου των ορεινών μονοπατιών. Η παρουσίαση των πέτρινων γεφυριών της οροσειράς της Ροδόπης που ακολουθεί αναφέρεται τόσο στο Ελληνικό τμήμα της όσο και στη Βουλγαρική Ροδόπη.




Η κατασκευή των γεφυριών αναθέτονταν σε συνεργεία έμπειρων τεχνιτών που ταξίδευαν σε μεγάλες αποστάσεις από την Ήπειρο και τη Μακεδονία μέχρι τη Θράκη και τη Μ.Ασία. Έτσι εξηγούνται και οι ομοιότητες των αρχιτεκτονικών τους χαρακτηριστικών. Μέσα στο Νομό Ξάνθης υπάρχουν γύρω στα σαράντα παραδοσιακά γεφύρια. Ας κάνουμε ένα σύντομο οδοιπορικό. Έχοντας σαν αφετηρία την πόλη της Ξάνθης κατευθυνόμαστε προς τα βόρεια ακολουθώντας τον ποταμό Κόσυνθο προς τα Πομακοχώρια. Είναι το ίδιο ποτάμι που συνδέεται με τον όγδοο άθλο του Ηρακλή, τη σύλληψη των ανθρωποφάγων αλόγων του Διομήδη, τα οποία εξαγριώνονταν όταν έπιναν νερό από το ποτάμι και κατασπάραζαν ανθρώπους. Στο 4ο χλμ από την Ξάνθη συναντάμε ένα μεγάλο τρίτοξο γεφύρι που χρονολογείται από το 1904. Το βόρειο μέρος του έχει αποκοπεί. Ένα χιλιόμετρο αργότερα συναντάμε ένα πεντάτοξο γεφύρι με συνολικό ανάπτυγμα 31 μ. και με το μεγάλο του τόξο να φτάνει σε μήκος τα 11.30 μ. Η κάθε γέφυρα του Κόσυνθου είναι ένας κρίκος της αλυσίδας του παλιού ορεινού δρόμου προς τη Βουλγαρία. Έτσι, στο 8ο χλμ από την Ξάνθη προβάλλουν τα ερείπια μιας μονότοξης γέφυρας (μήκος τόξου 9 μ.). Μετά το 8ο χλμ ο δρόμος διακλαδίζεται. Το ίδιο και το ποτάμι. Αν ακολουθήσουμε το αριστερό παρακλάδι προς Σταυρούπολη θα συναντήσουμε πέτρινες γέφυρες στο Γέρακα, κοντά στο Λυκοδρόμιο και μετά στην περιοχή Σταυρούπολης. Αν ακολουθήσουμε το δεξί παρακλάδι θα οδηγηθούμε στα Πομακοχώρια της Ξάνθης. Μετά τη Σμίνθη μπορούμε να επισκεφθούμε σε 5 χλμ την τρίτοξη γέφυρα του Σταμάτη (με συνολικό ανάπτυγμα 41 μ. και στο μεγάλο τόξο μήκος 16 μ. και ύψος 8.20 μ.) και σε 11 χλμ τη δίτοξη γέφυρα του Παπά (με το μεγάλο τόξο της να φτάνει στα 11.70 μ. μήκος) Στα Πομακοχώρια θα συναντήσουμε πολλά ακόμα γεφύρια, μικρά και μεγάλα, άλλα σε καλή κατάσταση κι άλλα γκρεμισμένα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι πέτρινες γέφυρες στο ορεινό τμήμα του ποταμού Κομψάτου. Ξεχωρίζουν η δίτοξη γέφυρα της Μέδουσας (ανάπτυγμα 30 μ. μήκος μεγάλου τόξου 11.80), η δίτοξη γέφυρα του Δημαρίου (ανάπτυγμα 22.60, μήκος μεγάλου τόξου 10.50), η γέφυρα της Κοτύλης, των Θερμών, του Τσαλαπετεινού, της Μύκης, του Κίδαρη.
Στο Νομό Ροδόπης βρίσκεται η μεγαλύτερη γέφυρα της Ελληνικής Θράκης, η γέφυρα του ποταμού Κομψάτου ανάμεσα στον Ίασμο και τον Πολύανθο. Αποτελείται από έξι τόξα και έχει συνολικό ανάπτυγμα 60 μ. Το μεγαλύτερο τόξο της έχει μήκος 21.80 μ. και ύψος 12 μ. Δυστυχώς το βόρειο τμήμα της έχει αποκοπεί από τα χρόνια του Εμφύλιου. Αν και η συγκεκριμένη γέφυρα χρονολογείται από το 18ο αιώνα, πιστεύεται ότι τα ίχνη Ρωμαϊκής θεμελίωσης στη βάση της παραπέμπουν στη Ρωμαϊκή γέφυρα από την οποία διέρχονταν η Εγνατία οδός. Άλλες γέφυρες στο Ν. Ροδόπης είναι η δίτοξη γέφυρα στα Πατερμά (με συνολικό ανάπτυγμα 25.50 μ.), στη Χλόη (ανάπτυγμα 16 μ.), στον Κάτω Μύτικα, στο Τυχηρό, κοντά στον Κέχρο.
Στο Ν.Έβρου διασώζονται πέτρινα γεφύρια στο ορεινό τμήμα του Ερυθροπόταμου. Αναφέρουμε ενδεικτικά δύο γέφυρες κοντά στον Πετρόλοφο (η μία δίτοξη με συνολικό ανάπτυγμα 36 μ.) και δύο μικρότερες στον τεκέ της Ρούσσας και στο Άνω Σιδηροχώρι.

Στη Δυτική Ροδόπη, στο Ν.Δράμας εντυπωσιάζει η γέφυρα του Τραχωνίου στο Αρκουδόρεμα με μήκος τόξου 17.50 μ. και ύψος 9 μ. Υπάρχουν όμως και άλλες παραδοσιακές γέφυρες τόσο στο Αρκουδόρεμα όσο και στο Διαβολόρεμα.
Στο Βουλγαρικό τμήμα της Ροδόπης, επίσης μπορούμε να επισκεφθούμε αναρίθμητα γεφύρια κάνοντας τη διαδρομή από το Ντοσπάτ, προς το Σμόλυαν κι από εκεί προς τη Φιλιππούπολη ή προς το Ζλατογκράντ και το Άρντινο. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από αυτά που θα συναντήσουμε στη διαδρομή μας.
• Περιοχή Πλέτενα, υψόμετρο 955 μ. μονότοξη με μήκος 12 μ. και ύψος τόξου 6 μ.
• Περιοχή Ντοσπάτ, υψομ. 1249 μ. τρίτοξη με συνολικό ανάπτυγμα 27.50 και ύψος μεγάλου τόξου 12 μ.
• Δύο παλιές μονότοξες σε καλή κατάσταση μέσα στη Σιρόκα Λάκα
• Από Σμόλυαν προς Τσεπελάρε σε υψομ. 1322 μ. μονότοξη γέφυρα με μήκος 12 μ. και ύψος 4.70.
• 2.5 χλμ από Τσεπελάρε προς Φιλιππούπολη τρεις γέφυρες η μία δίπλα στην άλλη. Η παλαιότερη είναι μονότοξη και έχει ανάπτυγμα 16.50 μ. μήκος τόξου 8.50 και ύψος 5 μ.
• μέσα στο Ράικοβο, σε υψομ. 854 μ. παλιά τρίτοξη γέφυρα. Το μεγάλο τόξο πάλι έχει μήκος 12 μ. και ύψος 6 μ.
• Από το Ζλατογκράντ προς το Ανταμόφσκι μονότοξη με μήκος 10 μ. και ύψος 5 μ.
• Στο Ντράνγκοβο τρίτοξη με συνολικό ανάπτυγμα 42 μ. και μήκος μεγάλου τόξου 13.20 μ.
• Κοντά στο Ντράνγκοβο μονότοξη με μήκος 10.20 μ. και ύψος 4.80 μ.
• Στο Μπελ Ιζβόρ υψομ. 595 μ. τρίτοξη με συνολικό ανάπτυγμα 20 μ. (μεγάλο τόξο ύψος 5 μ. μήκος 9 μ.)


ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΠΕΤΡΟΓΕΦΥΡΟΥ ΣΤΟ ΝΤΡΑΝΓΚΟΒΟ ΣΤΟ ΒΟΥΛΓΑΡΙΚΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΡΟΔΟΠΗΣ


Οι προαναφερθείσες γέφυρες είναι μόνο ένα ελάχιστο δείγμα των πέτρινων γεφυριών της Ροδόπης.
Η σημασία των πέτρινων γεφυριών για τους κατοίκους της Ροδόπης καθρεφτίζεται και στα δημοτικά τους τραγούδια. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η Πομάκικη παραλλαγή του τραγουδιού του για το γεφύρι της Άρτας που καταδεικνύει με τρόπο μοναδικό τις πολιτισμικές αλληλεπιδράσεις στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής. Ενδιαφέρουσα ανάλυση τριών Πομάκικων παραλλαγών του τραγουδιού (από Μύκη, Σάτρες, Ωραίον) κάνει ο Κ.Μητσάκης(Κ.Μητσάκης, Πομάκικες διασκευές του τραγουδιού για το "Γεφύρι της Άρτας - Πρακτικά Γ' Συμποσίου Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη 1979, 461-492). Στα συμπεράσματά του ο Κ.Μητσάκης καταλήγει ότι οι Θρακικές παραλλαγές μοιάζουν με αυτές της Καππαδοκίας και ότι :
"Σε μια εποχή που ο Ελληνόφωνος χώρος ήταν πολιτικά και πολιτιστικά ενιαίος (πριν από τη μάχη του Μαντζικέρτ, 1071) το τραγούδι για το γεφύρι της Άρτας πρέπει να πέρασε στη Δυτική Μικρά Ασία και τη Θράκη. Από τη Θράκη κατόπιν πέρασε στους Πομάκους της Ροδόπης, οι οποίοι, καθώς αποτελούν μια ομάδα γεωγραφικά, κοινωνικά και πολιτιστικά απομονωμένη, έχουν διατηρήσει την πιο αρχαϊκή μορφή του τραγουδιού."
Έτσι λοιπόν, φαίνεται πως το συγκεκριμένο Πομάκικο τραγούδι λειτούργησε σαν γέφυρα που μετέδωσε το αρχικό τραγούδι από το χώρο της ανατολής και την Ελλάδα προς τους Βαλκανικούς λαούς.
Κατά το 18ο και 19ο αιώνα η Θράκη, ευρισκόμενη στην καρδιά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, απέκτησε ιδιαίτερη σημασία, χάρη στις επικοινωνιακές δυνατότητες που παρείχαν οι χερσαίοι δρόμοι που τη διέσχιζαν. Οι σημαντικοί κόμβοι των ορεινών μονοπατιών αποτελούσαν την τομή σημαντικών οδικών αξόνων που συχνά συνέπιπταν με περάσματα από πέτρινα γεφύρια ή από ιδιαίτερα δύσβατες περιοχές. Τα παλιά εμπορικά κέντρα καθώς και τα σημεία με ιδιαίτερη στρατηγική σημασία ήταν από τους βασικούς παράγοντες που καθόριζαν την αρχική χάραξη αλλά και την τελική πορεία των ορεινών δρόμων.
Είναι αξιοπρόσεκτο να επισημάνουμε πως η αντίληψη του χώρου κατά το παρελθόν ήταν εντελώς διαφορετική από αυτή που έχουμε εμείς σήμερα. Οι ορεινοί δρόμοι έχουν τη δική τους λογική. Διαδρομές, οι οποίες σήμερα φαίνονται δύσβατες και μακρινές και γίνονται μόνο με αυτοκίνητα, θεωρούνταν παλαιότερα φυσιολογικές καθώς ανταποκρίνονταν στις ανάγκες των ορεινών κοινοτήτων.
Τελειώνοντας θα πρέπει να τονίσουμε πως η μελέτη των πέτρινων γεφυριών στην οροσειρά της Ροδόπης μας δίνει πολλές πληροφορίες για τις παραδοσιακές κοινότητες που αναπτύχθηκαν εκεί, για τις μετακινήσεις των ορεινών πληθυσμών αλλά και για τις πολιτιστικές αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στους λαούς των Βαλκανίων.



Ενδεικτική Βιβλιογραφία
Βακαλόπουλος, Κ., Ιστορία του Βορείου Ελληνισμού- Θράκη, Δ' έκδοση, Αφοι Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1996
Βrunbauer, U., Κοινωνική Προσαρμογή σ’ ένα ορεινό περιβάλλον,: Πομάκοι και Βούλγαροι στην Κεντρική Ροδόπη 1830-1930, στο Ο Ορεινός Χώρος της Βαλκανικής, 53-78, Πλέθρον, 2000
Θεοχαρίδης, Π. Πομάκοι, εκδ. Πολιτιστικό Αναπτυξιακό Κέντρο Θράκης, 1995
Karpat, Kemal,. "Population movements in the Ottoman state in the nineteenth century: an outline," Collection Turcica, 3:385-428, 1983
Μητσάκης, Κ. Πομάκικες Διασκευές του τραγουδιού για το "Γεφύρι της Άρτας" Γ’ Συμπόσιο Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου- Πρακτικά, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου- 186 Θεσσαλονίκη 1979, σελ 461-492
Παπαθανάση - Μουσιοπούλου Κ., Σελίδες Ιστορίας Θράκη 1870 – 1886, εκδ. Πιτσιλός, Αθήνα 1984
Τεντοκάλη, Β., Η Οργάνωση του χώρου της Κατοικίας ως έκφραση της δομής της Οικογένειας-Η Περίπτωση της Οργάνης, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1989

* Η εισήγηση συμπεριλαμβάνεται στον τόμο: «Περί Πετρογέφυρων». A’ επιστημονική συνάντηση Κέντρου Μελέτης Πέτρινων Γεφυριών. Αθήνα 2003 σελ 31-44